ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

  1. Γενικά

Αν μπορούσε κάποιος να μας εγγυηθεί ότι, ο πόλεμος ποτέ δεν θα κτυπήσει την πόρτα της πατρίδας μας, τότε σε καμία περίπτωση θα συζητούσαμε για παλλαϊκή άμυνα. Δυστυχώς όμως σήμερα ζούμε ως χώρα, ως ελληνισμός, λόγω των προκλητικών, ιταμών αξιώσεων και παραλόγων αναθεωρητισμών της Τουρκίας, έναν ανελέητο ψυχολογικό πόλεμο, ο οποίος απέχει λίγα βήματα να μεταπέσει σε θερμό πόλεμο.

Ως όπλα της, στον ψυχρό αυτόν πόλεμο κατά της Ελλάδας, η Τουρκία χρησιμοποιεί κάθε είδους αθλιότητες, δολιότητες, ύβρεις, υποτιμήσεις, εκβιασμούς, ιστορικές διαστρεβλώσεις και παραχαράξεις, καθώς και την περιφρόνηση κάθε έννοιας δικαίου, μέσα σε έναν αλαζονικό παροξυσμό και αυταρχισμό, που μας μεταφέρει σε παλιές εποχές της Τουρκικής αναλγησίας και δεσποτικής κυριαρχίας.

Όταν ο επί των επάλξεων πάντα Ελληνισμός, προ 2.500 ετών έδινε σκληρές νικηφόρες μάχες κατά του Περσομηδικού, εξ ανατολών, βαρβαρικού επεκτατισμού, που ήταν οι Τούρκοι, έστω και ως αντίπαλοι μας; Όπως ιστορικά έχει καταγραφεί η εμφάνισή τους στην ευρύτερη περιοχή, ως κατακτητική ορδή, έγινε προ επτά περίπου αιώνων. Οι Τούρκοι επεκτάθηκαν και δημιούργησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αγνοούν όμως σκόπιμα ότι προ της Αυτοκρατορίας τους στην ευρύτερη περιοχή μας ήκμασαν η Ελληνική Αυτοκρατορία (Αθήνα-Σπάρτη), οι Αυτοκρατορίες Μεγάλου Αλεξάνδρου, επιγόνων του, Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. Σήμερα δε, ως εκ τούτου παρουσιάζονται οι Τούρκοι, ως κληρονόμοι, από το πουθενά, μιας πλαστής διαθήκης τους, για το Αιγαίο και τα Ελληνικά νησιά του.

Με τα όπλα κατακτήθηκε το Αιγαίο και τα νησιά του από τους Τούρκους, μετά το 1453 και με τα όπλα απελευθερώθηκε από τους Έλληνες το 1912 (Βαλκανικοί Πόλεμοι). Τι πιο απλό; Κατόπιν αυτού όλα τα στοιχεία τα οποία παρουσιάζουν οι Τούρκοι στερούνται κάθε έννοιας λογικής και οι συνταχθέντες εκτυπωθέντες χάρτες τους της Γαλάζιας Πατρίδας,στερούνται τεκμηρίων αλήθειας και αποτελούν ιστορικά απόβλητα. Ας δείξουν επιτέλους κάποιο στοιχειώδη σεβασμό προς την Ιστορία και ας μην την παραχαράσσουν βάναυσα, αφού αυτό θα αποτελούσε το στέρεο θεμέλιο ειρήνης μεταξύ μας, των δύο γειτονικών λαών, οι οποίοι τόσο πολύ ανάγκη την έχουν την ΕΙΡΗΝΗ.

 

  1. Παλλαϊκή Άμυνα

Μετά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, για την αντιμετώπιση των πολλαπλών Τουρκικών απειλών, ειδικά στο Αιγαίο και νησιά του, αλλά και στη Θράκη μας, επιβάλλεται η συστράτευση και το μαχητικό παρόν όλων των διατιθέμενων αμυντικών της Δυνάμεων, της Ελλάδας, οι οποίες είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις της, η Εθνοφρουρά της, αλλά και ο υπόλοιπος πληθυσμός της, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Αυτή, με δύο λόγια είναι η Παλλαϊκή Άμυνα, η οποία οργανωμένη και εκπαιδευμένο το προσωπικό της ανάλογα, συμμετέχει στα αμυντικά Σχέδια των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην Παλλαϊκή Άμυνα δεν προβλέπονται εμπόλεμες περιοχές για εκκένωση των κατοίκων τους στα μετόπισθεν αλλά παραμονή όλων τους στη ζώνη τω πρόσω, με κάποια αμυντική κύρια ή βοηθητική αποστολή έκαστος. Όλοι οι κατοικημένοι τόποι, χωριά, πόλεις, στη Ζώνη των επιχειρήσεων (Ζ.Ε.) οργανώνονται ανάλογα και μετατρέπονται με σύμπραξη Ενόπλων Δυνάμεων και στοιχείων Παλλαϊκής Άμυνας, σε Κέντρα Αντιστάσεως, Περίκλειστα Σημεία Στηρίγματος κλπ. Η Οργάνωση της Παλλαϊκής Άμυνας απαιτεί υψηλό φρόνημα λαού και όλων των φορέων εξουσίας, καθώς και ακατάβλητη θέληση και προετοιμασία για αγώνες μέχρις εσχάτων, όπου οι θυσίες και τα ολοκαυτώματα είναι αναμενόμενα. Ενδεικτικά η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι μόνο να οργανώνει «καρναβάλια και πανηγύρια» αλλά να υποδύεται ρόλους θυσίας και αυταπάρνησης όταν χαλεποί καιροί το απαιτήσουν, ούσα πάντα μπροστάρης σε δυσπαλαίστους αμυντικούς αγώνες, για την Πατρίδα γενικά και της κάθε πόλης της ειδικά. Η υλοποίηση της οργάνωσης της Παλλαϊκής Άμυνας εκτιμάται, για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, χρονοβόρα και πάρα πολύ δύσκολη, η οποία περνάει από νομοθετικούς, οικονομικούς και λοιπούς σκοπέλους, οι οποίοι όμως πρέπει να παρακαμφθούν. Ο Κλάουζεβιτς κάνει εκτεταμένες αναφορές στον «μικρό πόλεμο» και τον «λαϊκό πόλεμο» όπως θα λέγαμε στην εποχή του την Παλλαϊκή Άμυνα. Τον «μικρό πόλεμο» δεν τον εξετάζει ο Κλάουζεβιτς μεμονωμένα αλλά ως μέσο συμπληρωματικής άμυνας, συνδυασμένο με τη δράση ενός τακτικού στρατού.Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουμε πιστά την εφαρμογή των δογμάτων του Κλάουζεβιτς. Αυτό έπραξαν οι Ισπανοί και Ρώσοι όταν ο Ναπολέων εισέβαλε στις χώρες του το 1806 και το 1813 αντίστοιχα. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν ο Μάο Τσε Τουνγκ και Τίτο αργότερα και επέτυχαν τους στόχους και επιδιώξεις τους. Την Παλλαϊκή Άμυνα δεν θα την πούμε «αναγκαίο κακό» αλλά «θείο δώρο», μέσα στον αγώνα της εθνικής μας επιβίωσης, καθώς και συμπλήρωμα του «μεγάλου πολέμου», ο οποίος θα διεξάγεται παράλληλα με αυτή (μικρό πόλεμο). Η οργάνωση της Παλλαϊκής Άμυνας δεν είναι ο εξοπλισμός της, ο οποίος είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί με ελαφρύ οπλισμό παλαιότερης τεχνολογίας, αλλά η νομοθετική κατοχύρωσή της.

Όταν σε ενημέρωση, του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, σε επίσκεψή του σε βασικό νησί του Αιγαίου, στο οποίο υπηρετούσα το 1982-1984, στον κλάδο των επιχειρήσεων, του αναφέρθηκε ότι η αποτελεσματική άμυνα των νησιών του Αιγαίου επιτακτικά επιβάλλει την οργάνωση της Παλλαϊκής Άμυνας τους, τότε είπε ότι «για την άμυνα και του πλέον απόμακρου μέρους της ελληνικής επικράτειας τα πάντα είναι αποδεκτά, όπως η Παλλαϊκή Άμυνα, η οποία θα δρομολογηθεί και νομοθετικά, συνεχίστε και προχωρήστε». Από την περίοδο αυτή από μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων δόθηκε ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση των στελεχών και την επιτελική σχεδίαση της άμυνας ευαίσθητων αμυντικά περιοχών, όπως κυρίως των νησιών του Αιγαίου και Θράκης, με βάση την οργάνωση και συμμετοχή του παράγοντα Παλλαϊκή Άμυνα, ως αναγκαίου και απαραίτητου στοιχείου της αποτελεσματικής διεξαγωγής της όλης αμυντικής μάχης. Το 1998 το κατατεθέν προς ψήφιση Νομοσχέδιο για την Παλλαϊκή Άμυνα ψηφίσθηκε από ΠΑΣΟΚ και ΔΗΚΙ, η Νέα Δημοκρατία επικαλέστηκε την ανάγκη για περισσότερη μελέτη του, το δε ΚΚΕ μεταξύ των άλλων εμφυλιοπολεμικών του φαντασιώσεων, επικαλέστηκε τη γραφειοκρατική επιβάρυνση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στη συνέχεια, από της ψηφίσεως του Νομοσχεδίου για την Παλλαϊκή Άμυνα, κυβερνήσεις ήλθαν και παρήλθαν αλλά το Νομοσχέδιο αυτό, σκονισμένο σε κάποια χρονοντούλαπο της Βουλής, παραμένει ανεφάρμοστο. Όχι μόνον κατόπιν αυτού δεν υλοποιήθηκε η προσδοκώμενη, αναγκαία υλοποίηση και εφαρμογή της Παλλαϊκής Άμυνας, η οποία ενισχύει σε προσωπικό, την όλη άμυνα της χώρας, αλλά αντίθετα ψηφίστηκαν νόμοι για τη μείωση της θητείας, όπου η επάνδρωση των Μονάδων των Ενόπλων Δυνάμεων γίνεται εισέτι δυσμενέστερη, ως σαν, οι κυβερνήσαντες τότε, την Ελλάδα η οποία θανάσιμα απειλείται από την Τουρκία, να ενυπιάζονται ότι κυβερνούν άλλη χώρα, τύπου Λουξεμβούργου και όχι την Ελλάδα. Μετά το μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα αδράνειας για την Παλλαϊκή μας Άμυνα, ο τέως Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας (ΥΦΕΘΑ) Στρατηγός Αλκιβιάδης Στεφανής δραστηριοποιήθηκε σε θέματα αναδιοργάνωσης της Εθνοφυλακής, δεν γνωρίζουμε αν είχε κατά νου και την Παλλαϊκή Άμυνα, καθότι πάφθηκε από ΥΦΕΘΑ.

Είναι γνωστό ότι μπορεί η Εθνοφυλακή και Παλλαϊκή Άμυνα να έχουν κοινά σημεία, αλλά έχουν και βασικές διαφορές. Στην Παλλαϊκή Άμυνα βασικό, καθοριστικό ρόλο έχει ο ανθρώπινος παράγων «Ελληνίδα Γυναίκα», η οποία διαθέτει τεράστια αποθέματα ψυχικού και σωματικού δυναμισμού και ισχυρή θέληση, να προσφέρει στην Άμυνα της Πατρίδας της. Αυτό το έζησα στην Κύπρο μετά την εισβολή του 1974, όπου αξιόλογες γυναίκες, ενυπογράφως ζητούσαν την εκπαίδευσή τους στα όπλα για την υπεράσπιση της τιμής τους, η οποία τόσο πολύ βιάστηκε από τους εισβολείς Τούρκους, αλλά και της ακεραιότητας της τεμαχισμένης και κατεχόμενης Κύπρου.

Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, στο ιστορικό του έργο «Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», στον 20ο τόμο του σελ. 16 έχει εκτενώς αναφερθεί για την Ελληνίδες γυναίκες γενικά, οι οποίες όχι μόνο ως χορηγοί, αλλά και ως αδάμαστες ηρωικές μαχήτριες της «πρώτης γραμμής» τόσα πολλά προσέφεραν στην Επανάσταση του 1821 (ΛασκαρίναΜπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους, Δόμνα Βισβίζη Χατζή, Πανώρια Χατζηκωνσταντή, Σουλιώτισσες, Μεσολογγίτισσες, Χιώτισσες, Άγιονορίτισσες, Μακεδόνισσες, Ηπειρώτισσες, Κασιώτισσες, Νησιώτισσες όλων των νησιών, Ρουμελιώτισσες, Μωραΐτισσες, Κρητικές και τέλος τις θαρραλέες,  τρομερές μαχήτριες Μανιάτισσες. Η μαχητική παράδοση των Ελληνίδων συνεχίστηκε σε όλες τις περιόδους της Ελληνικής ιστορίας, όπως του έπους του 1940-1941. Για να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι δεν πρέπει να μας διαφεύγει η σκληρότητα, η ορμητικότητα και η μαχητικότητα των Ελληνίδων γυναικών, οι οποίες, είτε βιαίως στρατεύτηκαν, είτε παραπλανήθηκαν, βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, κατά τον εμφύλιο πόλεμο (συμμοριτοπόλεμο) το 1946-1949.

Σήμερα ποιος έχει το δικαίωμα να στερήσει στις Ελληνίδες να προσφέρουν, με τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες έχουν, τις υπηρεσίες τους στην αγωνιζόμενη, κατά της Τουρκικής επιβουλής,πατρίδα τους; Εκτιμούμε ουδείς και για το λόγο αυτό, ας γίνουν άμεσα και με ταχύ ρυθμό τα δέοντα για την Παλλαϊκή Άμυνα. «Οι καιροί ου μενετοί». Ας μη μας διαφεύγει ότι η συνεργασία στο πεδίο της μάχης, Παλλαϊκής Άμυνας και Ενόπλων Δυνάμεων, συνέτριψαν Αυτοκρατορίες, όπως στην Ινδοκίνα, Αλγερία, τους Γάλλους, στο Βιετνάμ, τους Αμερικάνους και στο Αφγανιστάν αρχικά τους Ρώσους και πρόσφατα τους Αμερικάνους.

Στην Επανάσταση του 1821, υπήρξαν πάρα πολλές περιπτώσεις μέσα στα πλαίσια ηρωισμού, αυτοθυσίας και συνεργασίας μαχητών-επαναστατών και λαού, για την αντιμετώπιση του Τούρκου δυνάστη-κατακτητή. Χωρίς να θέτουμε σε δεύτερο βαθμό όλες αυτές τις επικές, ηρωικές αναμετρήσεις των Ελλήνων κατά των Τούρκων, επιλέγουμε να σχολιάσουμε, ως παράδειγμα προς μίμηση, στην εξεταζόμενη και σχολιαζόμενη με τα σημερινά δεδομένα, Παλλαϊκή Άμυνα, το επαναστατικό γεγονός της «Μάχης της Βέργας Αλμυρού Καλαμάτας,            22-24 Ιουνίου 1826, κατά του Ιμπραήμ». Σημερινή Παλλαϊκή Άμυνα και «Μάχη της Βέργας», έχουν πολλά κοινά σημεία, τα οποία επιβάλλεται να τα σχολιάσουμε στο Δεύτερο και Τρίτο Μέρος, του υπόψη άρθρου μας,για την επιζητούμενη, αναγκαία ενεργοποίηση της Παλλαϊκής Άμυνας μας το  ταχύτερο δυνατό.

(Ακολουθεί Μέρος Δεύτερο)

                                                                   Παν. Χόχολης

                                                          Αντιστράτηγος ε.α.

                                                                Επίτιμος Διοικητής

                                                           Ανωτάτης Σχολής Πολέμου