Κυρίες και Κύριοι,

Σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για την πρόσκληση που μου απευθύνατε, προκειμένου να παραστώ στη σημερινή συζήτηση και να έχω την ευκαιρία να μοιραστώ εν συντομία μαζί σας τις απόψεις μου σχετικά με τα 200 χρόνια του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα, τις προκλήσεις και τις προοπτικές του.

Πρώτα από όλα να σας εξομολογηθώ πως μιλώντας για αγροτικό τομέα στην Ελλάδα, στο μυαλό μου υπάρχει μία συγκεκριμένη ταύτιση.

Προφανώς, θεωρώ πως αποτελεί έναν από τους βασικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας, γεγονός που κατά την εκτίμησή μου απεδείχθη και στην διάρκεια της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης.

Την ώρα που κάθε παραγωγική δραστηριότητα παρέλυε ή υπολειτουργούσε, λόγω των δύσκολων συνθηκών που δημιουργήθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο, η αγροτική δραστηριότητα παρέμεινε ενεργή, διασφαλίζοντας επάρκεια προϊόντων στην εσωτερική αγορά και παραμένοντας “πρωταγωνιστής” στις εξαγωγές.

Πέρα από αυτή τη διάσταση, ωστόσο, ο αγροτικός τομέας είναι, και ανέκαθεν υπήρξε, καθοριστικής σημασίας για την κοινωνική συνοχή στην ελληνική περιφέρεια, για την προστασία και την ανάπτυξή της, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο κι αν κοιτάξουμε.

Ρίχνοντας, αποσπασματικά και συνοπτικά, για λόγους οικονομίας χρόνου, ματιές στο παρελθόν αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό.

Στην ελληνική Επανάσταση οι φτωχοί, υπόδουλοι Έλληνες αγρότες, χωρίς καμία στρατιωτική εκπαίδευση έγιναν το βασικό στρατιωτικό Σώμα απέναντι στον κατακτητή.

Αργότερα, ήταν αυτοί και οι οικογένειές τους που, είτε χωρίς ακόμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, είτε με κάποιο μικρό οικογενειακό κλήρο, πρώτοι δούλεψαν την απελευθερωμένη γη, σε κάθε γωνιά της που στην πορεία του χρόνου έβλεπε το φως της ελευθερίας, δίνοντας και παίρνοντας από αυτή ζωή και ταυτίζοντας το μέλλον τους, το μέλλον της μικρής Ελλάδας δηλαδή, με τις πρώτες και αβέβαιες προσπάθειες συγκρότησης ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Θα μου επιτρέψετε, σε μία σύντομη αναφορά μου στο παρελθόν, να μιλήσω για μία συγκεκριμένη περίοδο καθοριστική και για πολλούς λόγους, ιδιαίτερα διδακτική ακόμα και σήμερα.

Θα αναφερθώ χαρακτηριστικά στην εποχή του Μεσοπολέμου, η οποία πάντα με εντυπωσιάζει σε σχέση με το πως – κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες – μετά την Μικρασιατική καταστροφή και με την έλευση 1,2 εκατ. Προσφύγων, που έπρεπε να αποκατασταθούν οικονομικά και κοινωνικά,  οργανώθηκε μία άλλη γεωργία, μία διαφορετική αγροτική  πολιτική – κατά τη γνώμη μου ικανή να αποτελέσει ουσιαστικό παράδειγμα του πόσο μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο όταν το όραμα είναι ξεκάθαρο και αφορά ένα ουσιαστικά καλύτερο μέλλον.

Σε μία τόσο ταραχώδη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, σε αντίθεση με πολλά γειτονικά της κράτη, βρέθηκε μεταξύ άλλων να βελτιώνει σημαντικά τις υποδομές της και να υιοθετεί πραγματικά αναπτυξιακές πολιτικές μέσα από ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο.

-Το 1917 ιδρύθηκε το αυτόνομο Υπουργείο Γεωργίας και για πρώτη φορά με τον τρόπο αυτό, το κράτος απέκτησε ένα διοικητικό όργανο επιτελικού σχεδιασμού, ελέγχου και παρέμβασης στην αγροτική οικονομία με ευρύτατες αρμοδιότητες.

-Η εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης οδήγησε στη ραγδαία αύξηση τόσο των καλλιεργούμενων εκτάσεων όσο και της αγροτικής παραγωγής.

-Η εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής έγινε στρατηγική ανάπτυξης, μέσω της ανανέωσης και αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών.

Η μείωση της παραγωγής της σταφίδας αντισταθμίστηκε από την αργή αλλά σταθερή βελτίωση της ελαιοκομίας, από την ενίσχυση της βαμβακοκαλλιέργειας και κυρίως, από τη ταχύτατη επέκταση της καπνοκαλλιέργειας, που ανέτρεψε τις ισορροπίες της γεωργικής παραγωγής και του εξωτερικού εμπορίου.

-Μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα υλοποιήθηκαν με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους και την επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.

Η αποξήρανση της Κωπαϊδας και τα εγγειοβελτιωτικά έργα στη Μακεδονία και τη Θράκη απελευθέρωσαν και απέδωσαν στην καλλιέργεια εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γόνιμων εδαφών, ενώ ακόμη μεγαλύτερες εκτάσεις προστατεύτηκαν από τις πλημμύρες.

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους κατά την οποία ο κρατικός μηχανισμός, μετέφερε πόρους προς το τομέα της γεωργίας.

Είναι σαφές πως σήμερα, με βάση τα διδάγματα του παρελθόντος, χρειάζεται να αποκωδικοποιήσουμε το που βρίσκεται ο αγροτικός τομέας, κυρίως, όμως, το που και πώς πρέπει να πορευτεί.

Είναι απαραίτητο θεωρώ, να χαράξουμε μία αγροτική πολιτική που να είναι άμεσα εφαρμόσιμη, να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα και να κινητοποιεί τους Έλληνες αγρότες και ιδιαίτερα τους νέους στην παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών αγροτικών προϊόντων.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ σημαντικό:

1.Να δοθεί έμφαση στην  τεχνολογία και στις υποδομές.

Είτε για να προστατευθούν οι καλλιέργειες από τις επιπτώσεις σύγχρονων απειλών, μεγαλύτερη από τις οποίες είναι η κλιματική αλλαγή οι συνέπειες της οποίας είναι ήδη δραματικές στην αγροτική παραγωγή, τις ζωές των Ελλήνων αγροτών αλλά και όλων όσων εμπλέκονται στη διακίνηση και διάθεση αγροτικών προϊόντων, είτε για να αξιοποιηθούν αποτελεσματικότερα οι φυσικοί πόροι που υπάρχουν διαθέσιμοι, αλλά παραμένουν αναξιοποίητοι.

Γνωρίζοντας, για παράδειγμα, ότι η σωστή αξιοποίηση των υδάτινων πόρων δίνει τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης καλλιεργειών και σημαντικής μείωσης του κόστους παραγωγής των αγροτικών προϊόντων,

Παράλληλα, δε, έχει σαφές φιλοπεριβαλλοντικό προσανατολισμό.

Δε είναι δυνατό, σήμερα, στην περιοχή της Κορίνθου να υπάρχουν ακόμα οι ονομαζόμενοι νερουλάδες, δηλαδή αυτοί που κληρονόμησαν γεωτρήσεις και ως αμοιβή διαθέτουν νερό για άρδευση στους αγρότες της περιοχής, ενώ το φράγμα που με κοινοτικούς πόρους ξεκινήσαμε να υλοποιούμε το 2008  δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Την ίδια στιγμή στη Θράκη, φυσικά όρια της οποίας είναι ο ποταμός Νέστος και ο ποταμός Έβρος, το 40% των εδαφών δεν είναι δυνατό να είναι ξερικές εκτάσεις, διότι τα μεγάλα αρδευτικά έργα δεν ξεκίνησαν εξαιτίας της καθυστέρησης άνω των δέκα ετών σχετικών αποφάσεων του ΣΤΕ.

Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν, δυστυχώς, για όλη την Ελλάδα.

  1. Είναι σημαντικό να ξαναβρούμε το στόχο μας για παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων, τα οποία να μπορούν να διατεθούν με αξιώσεις στις αγορές.

Η ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων έχει σχέση με την επιστημονική γνώση και την διάχυση της γνώσης αυτής στους Έλληνες αγρότες.

Με την ενίσχυση της μεταποίησης,  τυποποίησης και διάθεσης των προϊόντων με ένα ισχυρό brand name στην αγορά, με την χρηματοδότηση του αγροτικού τομέα σε υγιείς βάσεις και εδώ όπως ανέφερα είναι σημαντική η συμβολή της Τράπεζας Πειραιώς, την ενίσχυση των συλλογικών δράσεων των αγροτών και τη συνεργασία τους – όπου αυτό είναι δυνατόν – με τον ιδιωτικό τομέα.

Και, βέβαια, με την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης αγροτικών προϊόντων, Μία μάστιγα για τον αγροτικό μας τομέα, που μειώνει σημαντικά τα δημόσια έσοδα και πλήττει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα των αγροτικών μας προϊόντων.

Και επειδή η δαπάνη για την υλοποίηση των περισσότερων από τα ανωτέρω μπορεί να υποστηριχθεί , κυρίως, από τις δράσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά  τώρα και από τις πιστώσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, ας πάρουμε μία καθοριστική πολιτική απόφαση οι πιστώσεις και η διάρθρωση των προγραμμάτων να  κατευθύνονται για αναπτυξιακές – και όχι για επιδοματικές πολιτικές.

3.Τέλος, θεωρώ πως πλέον πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού.

Χωρίς γεωργούς, κτηνοτρόφους και αλιείς και κυρίως κατά κύριο επάγγελμα νέους αγρότες, δεν μπορεί να έχει προοπτική ο αγροτικός τομέας στην πατρίδα μας.

Πρέπει να κρατήσουμε τους νέους στην αγροτική δραστηριότητα, να τους στηρίξουμε με άτοκα δάνεια για αγορά γης και εξοπλισμό, να τους εντάξουμε κατά προτεραιότητα στα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης, να τους εκπαιδεύσουμε σε σύγχρονες επιστημονικά μεθόδους παραγωγής, και να τους κατευθύνουμε στην συμβολαιακή γεωργία και παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων, που έχουν ζήτηση στις αγορές.

Επίσης, να τους παρέχουμε συνεχή υποστήριξη από επιστήμονες κρατικών κέντρων εξυπηρέτησης αγροτών, που πρέπει να δημιουργηθούν το ταχύτερο δυνατόν.

Το σημαντικότερο, βέβαια, είναι να νιώθουν το ενδιαφέρον όλων, έτσι ώστε πέρα από την οικονομική – να υπάρξει ψυχολογική στήριξη για την παραμονή τους στην ύπαιθρο.

Θα μου επιτρέψετε να κλείσω, με τα λόγια δυο μεγάλων Ελλήνων, που χάραξαν με την πένα και τις πράξεις τους την πορεία του Τόπου μας.

Ο Οδυσσέας Ελύτης σε μία συνέντευξη το 1972 είπε  “εμένα εκείνο που με στηρίζει είναι η Ελλάδα του Σολωμού, μέσα εις το μέλλον, εντυμένη με άπειρη Δόξα”

“Διακρίνoντας έτσι την Ελλάδα σε τρέχουσα- στο εκάστοτε ελληνικό κράτος- και σε διαρκή. Η απόσταση που χωρίζει τη μία από την άλλη έχει να κάνει και με τη δική μας διαχρονική ευθύνη. την ευθύνη του πολίτη, του ατόμου στον ιδιωτικό, κοινωνικό ή και σε όποιον δημόσιο ρόλο του”.

Είναι υποχρέωσή μας, λοιπόν, να συμβάλουμε στη χάραξη μίας νέας αγροτικής πολιτικής στην πράξη, η οποία να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις του παρόντος και να αξιοποιεί τις ευκαιρίες του μέλλοντος.

Από την πράξη θα κριθούμε όλοι μας,  αφού όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας έλεγε :

” Ας λέγουν και ας γράφουν ότι θέλουν. Θα έρθει όμως κάποτε καιρός, ώστε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπαν ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ’ αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των.”

Σας ευχαριστώ.