Απόψε η βραδιά είναι κάταστρη. Χίλια-μύρια αστέρια.

Ποταμοί ολάκεροι. Λάμπει επτάλυχνη η Αρκτος.

Δεν είναι φώτα του ουρανού, ή του Θεού τά μάτια.!

Είν΄οι ψυχές πού χάθηκαν εκείνη τη μαύρη νύχτα, !

Ως απόψε, στίς Πόλεις τις επάλξεις. !

Είν’τα καντήλια πού καίν΄έκτοτε και άσβεστη κρατούνε

Τη λαμπάδα της ψυχής όλων των Νεοελλήνων. !

Απόψε δεν έχ΄ ύπνο στα βλέφαρα, ουδ΄ ανάπαυση στο σώμα.

Δεν έχει όνειρα γλυκά, ούτε φαντασιώσεις.

Δεν είν΄ για έρωτες η βραδιά, χορούς ή χάδια,

Μον΄ ἐχει δάκρυα πολλά και οιμωγές και θρήνους !!!

Είναι για θύμησες πικρές, κλάμα βουβό και γόους.

Είν΄για αναστέναγμα ψυχής, για το «γιατί Θεέ μου ;»

Γιατί να χάσουμε τά ιερά, νά αλωθεί η Πόλη,!

Νά συντριβούν οι Πύλες της, νά πέσουνε τά κάστρα,

Νά κουρσευθούν οι Εκκλησιές, νά βουβαθούν καμπάνες!!

Απόψε είν η βραδιά για γονυκλισιές και για μνημοσύνες,

Είναι για δάκρυα πολλά, για πόνο και για όρκο.

Νά κολληθεί η γλώσσα μου και νά χαθεί η φωνή μου,

Αν σε ξεχάσω Εφτάλοφη, αν πάψω νά θρηνώ σε,

Όπως σε θρήνησαν πικρά οι πρό εμού παππούδες.

Ο Κωνσταντής ἀπέθανε στου Ρωμανού την πύλη,

Έπεσε η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι.

Τό αίμα τους εστοίχειωσε, έγινε οιμωγή και πόνος,

Εγινε θρήνος και κλαυθμός, θρύλος και καρτερία.

Αποψε, αχ απόψε, η βραδιά είναι μεγάλη νύχτα !!

Θεέ μου μη ξημέρωνες την αποφράδα μέρα,

Την 29 του Μαϊού, εκείνου του μαύρου χρόνου !!

Ρίξ΄ ουρανέ τό δάκρυ σου, βουνά και κάμποι αναριγήστε,

Και σύ θάλασσα πλατιά πάρε τό πικρομήνυμά μας,

πάνω στα χιλιοκύματα και πάνε τό στα ξένα !!

Και φώναξέ τό δυνατά να ακουσθεί σ΄ανατολή και δύση,

Αλλοί και τρισαλλοί μας !

ἠ Π ό λ η μας , Ε ά λ ω !!!

«Τό κάλλιστον και τιμιώτατον» μέρος της Οικουμένης,

 

Δεν είν΄όμως ταφόπετρα, ούτε μνημούρι άδειο.

Είναι φωτιά και φλάμπουρο, βουκέντρα στη ψυχή μας,

Για νά κεντρίζ΄ το είναι μας, βαθιά μέσ΄στην καρδιά μας!!

Μέχρι ναρθεί μια χαραυγή, ένα πρωϊ καινούργιο,

΄πο ο λόγος ο αγγελικός θα λάβει πάλι σάρκα.

Πάλ΄ οι καμπάνες ν΄ακουστούν, πάλι νά βγούνε τ΄άγια.

Πάλι η Πόλη η πλουμιστή, πάλι δικιά μας νάναι.

Κάποτε οι οιμωγές, τά δάκρυα, ο ίμερος, κι΄ο νόστος,

οι προδομένοι και οι νεκροί δικαίωση νά βρούνε !!

Εκείνο πού το χάσαμε πάλι νά τό χαρούμε

Γιατί είν΄κρίμα και άδικο κακό αιώνια νά βασιλεύει

 

Απόψε ας είναι η βραδιά για τάματα, όρκους και υποσχέσεις,

Για την πατρίδα την παλιά, όχι την Ευρωπαία, την φραγκοφορεμένη, !

Αλλά της Ανατολής, την φωτοδότρα της Οικουμένης.

Για τις πατρίδες στην σκλαβιά, όπου αίμα και δάκρυ

πλατιά ποτάμια γέμισαν, μα πάντα καρτεράνε !

Η Θράκη η μυριόπαθη, η χιλιοκουρσεμένη,

Του Πόντου τα χαλάσματα, τά κάστρα της Ασίας,

Και πάνω απ΄όλες η Βοσπορίτισσα, του Κωνσταντή η Πόλη.

Ολες μας περιμένουνε, όλες μας καρτεράνε.

Ολες κοιμούνται ξάγρυπνες, όλες τον ουρανό κοιτάνε,

Μήπως και φως ανάψει εκεί !

Νόστιμο ένα ήμαρ, πότε γι΄αυτές νε νάρθει ;

Αραγε θα διαψευσθούν ; Θα σβήσουνε για πάντα;

Μην ήταν όνειρο γλυκό, πού τώρα λησμονάμε ;

Στη μισοκαμένη Βλαχερνίτισσα αλήθεια τι θα πούμε ;

«Εχει γειά Παναγιά» «τα μιλήσαμε» τά «συμφωνήσαμε»;

Ή είναι μια φωτιά πού μέσα μας θα καίει;

Σαράκι μας πραγματικό, σκόλοπας στην ψυχή μας ;

Που θα μας τρώει τό είναι μας, θα λιώνει τά σωθικά μας,

Χιλιάδες χρόνια κι΄ αν διαβούν, αιώνες και αν περάσουν ;

Μέχρι να ανάψει κάποτε αυτή η δάδα

Κι΄ ελευθεριά νά πάρουνε οι φωτοδότρες χώρες ;

Η Σμύρνη και το Αϊβαλί, η Πέργαμος και η Καισάρεια ;

Η Τραπεζούντα η πλουμιστή, η Κερασούς και η Σαψούντα!

Η αγερωχη Αδριανού , η Ραιδεστός και η Βιζύη,

Μαζί με την πρώτη στη γραμμή την τιμημένη Πόλη !

 

 

Δειλοί μονάχα χάνονται κι΄ ηττοπαθείς πεθαίνουν !!

 

 

Ανάπαψε Κύριε τις ψυχές όλων εκείνων, που «αυτοπροαίρετα»

Για αξιοπρέπεια και τιμή μαζί κι ἐλευθερία

Έπεσαν στής τιμής τ ΄αλώνια ,

«ποτε από του χρέους μη κινούντες»

Οι Διγενείς και οι Απελάτες της φυλής

Εκεί μας καρτερούνε !

Σ΄αυτούς δεν πρέπουν δάκρυα, παρά ευγνωμοσύνη

Και όρκος βαρύς απ΄όλους μας,

Στα χνάρια τους νά ζούμε.