5η «έκδοση» και πρώτη δημόσια κατάθεση,
μεταξύ φίλων και γνωστών,
της υπό έκδοσης ποιητικής συλλογής «Υφαντό»
του πρωτοεμφανιζόμενου Βασίλη Ταβουλτσίδη.
Ο Ταβουλτσίδης αν και χρόνια δρώντας επαγγελματικά
σε έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχούν οι υπολογιστές, κατάφερε να φέρει πίσω τον χαμένο χρόνο
που σπαταλήθηκε πάνω σε ένα πληκτρολόγιο
και μπροστά σε μία οθόνη:
«για όλα τα σταυροδρόμια
που στάθηκα
τους δρόμους που λαχτάρησα
κι αρνήθηκα»
Από τις πρώτες σελίδες, χωρίς να υπερβαίνει κάποια εκφραστικά όρια, μας ομολογεί:
«γράφω από ανάγκη
δημοσιεύω από ματαιοδοξία»
Πέρα από την φωτογραφική αποτύπωση
της πραγματικότητας,
υιοθετεί μια ματιά που διασαλεύει
το ομογενοποιημένο και σταθεροποιημένο
για την κοινή αντίληψη τοπίο της ζωής:
«Βλέπω την ζωή σαν ένα όμορφο υφαντό και προσπαθώ να ξεχωρίσω τα νήματα που την συνθέτουν………
Χωρίζω τα ποιήματα σε νήματα……
Άλλα που περιγράφουν τον έρωτα, άλλα το λάθος,
άλλα το όνειρο…..
Ούτε τα νήματα ούτε τα ποιήματα έχουν τελειωμό κι ούτε ξέρω πως θα καταλήξει αυτό το έργο……»
Πρόκειται για ένα στοίχημα όπου ο ποιητής επιζητεί την έντονη συμμετοχή και αντίδραση του αναγνώστη:

«περιπλανήθηκα γυμνός
μες του Δεκέμβρη τα σκοτάδια
κι εκεί, στη μέση του
τσάκισα την ύπαρξή μου δυο φορές
στου έρωτα τα βράχια»
Εδώ συναντάμε το χαρακτηριστικό αποτύπωμα του ποιητή: ένα μείγμα μαγικού ρεαλισμού και άσκοπης περιπλάνησης, που φέρουν την σφραγίδα της ατομικής περιπέτειάς του,
από την οποία εκκινώντας,
βάλθηκε να στοχαστεί πάνω στο ισχυρότερο των παθών.
«Είπα, θα κάνω λάθος
και λάθεψα με ορμή
και δέχτηκα,
ίδια
το φως της αστραπής και της φωτιάς
της είπα θα κάνω λάθος
πως αλλιώς να λαχταρίσω πάλι το σωστό»
Εξομολογητικός από την ανάγκη του φλογερού του λάθους, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να ξορκίσει το πάθος και να συμφιλιωθεί με τον πόνο.
«Είναι η Ιθάκη το πιο σκληρό θεριό
όμορφη, ολοστόλιστη, ερωτική
σαν βολευτείς μες το ζεστό της στήθος
θα τα ξεχάσεις τα ταξίδια»
Η συνεπής και λειτουργική απόδοση του ιδιαίτατου
εκείνου υφέρποντος αισθήματός του,
συνιστά τον κοινό τόπο λαχτάρας
στον οποίο εν θερμώ ποθεί να εξαγνιστεί:
«Πεθύμησα γυμνά κορμιά
όλο δροσιά και σφρίγος
να ‘χουν εκείνη την όμορφη οσμή
σαν ρούχο καθαρό
μα πιο πολύ
πεθύμησα ώρες
ώρες πολλές να βρω,
ώρες να τα’ απολαύσω»

Παρακάτω μετά από την ελεγειακή συναίρεση των παθών,
ο ποιητής μέσα από ό,τι πολυτιμότερο αλλά βασανιστικά διαθέτει υποβάλει σαφώς την αγωνιώδη συναντίληψή του:
«Πόσο λυπάμαι
που δε θα μάθω ποτέ αν είμαι ποιητής
μόνο εσύ που διαβάζεις ξέρεις
αν πέρασε μια γενιά μετά τον θάνατό μου»
Δεσμοί συναισθηματικής φύσης για μιαν ουσιαστικότερη προσέγγιση του Άλλου,
εντοπίζονται στο ποίημα «η ζεστή αγκαλιά»:
«κι είναι πολλοί που θέλησαν
τον κόσμο να ξεχάσουν
τ’ όνειρο κάναν σπίτι τους
λησμόνησαν το μέτρο»
Ο ποιητής πλησιάζει προς την αλήθεια. Διασχίζει πυκνή και συμπαγή ύλη και φτάνει στην όχθη του ποταμού εκεί όπου τελειώνει το δάσος της ζωής. Δεν ξεχνάει τον σκοπό του, ούτε στιγμή αμφιβάλει για το μέγεθος του ρόλου του:
«στο χείλος του γκρεμού
στάθηκα ορθός μπροστά του
χόρτασα με το πολύχρωμο τοπίο
καθάρισε η ματιά μου απ’ της ανοιχτωσιάς τη θέα
κι άκουσα με τρόμο, μαζί και ηδονή
το τραγούδι απ’ την άβυσσο
να τραβάει το κορμί μου
όπως τα’ αγιόκλημα τη μέλισσα
το ξέρω πως γεννήθηκα να πέσω
το ξέρω πως το τραγούδι θα κερδίσει
μα είναι ωραία η θέα
κι όσο βαστούν τα φρένα μου
θα μείνει μόνη η άβυσσος»

Με εκτίμηση
Μιχάλης Σπανίδης
Εκδότης-Βιβλιοπώλης