1. Γενικά

Όλες οι ηρωικές-επικές αναμετρήσεις των επαναστατών Ελλήνων, κατά του Τούρκου δυνάστη-κατακτητή, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, είναι λαμπρά παραδείγματα προς μίμηση από εμάς τους σημερινούς Έλληνες. Για την άντληση όμως διδαγμάτων, για το προς ανάπτυξη συγκεκριμένο θέμα μας, την «Παλλαϊκή Άμυνα», επιλέξαμε τη δίδυμη μάχη «Βέργας και Διρού Μάνης» κατά Ιμπραήμ Πασά την 22 έως 24 Ιουλίου 1826. Δεν θα προβούμε σε λεπτομερή ανάλυση των πολεμικών γεγονότων της δίδυμης αυτής μάχης, «πρόσω και μετόπισθεν», αλλά θα επικεντρωθούμε σε αυτά τα οποία θα αποτελέσουν φάρο και οδηγό για την επιβαλλόμενη υλοποίηση της, εν αδρανεία και συγχύσει», τελούσης σήμερα Παλλαϊκής Άμυνας μας, η οποία ευρίσκεται προ σωρείας διλημμάτων, πολιτικών αποφάσεων και δισταγμών, για τη λήψη σχετικών μέτρων, σε ρεαλιστικό πλαίσιο.

Τονίζεται ότι το αποτέλεσμα της μάχης «Βέργας-Διρού» δεν έχει τύχει της ανάλογης ιστορικής αναγνώρισης και της προσφοράς της στην Επανάσταση του 1821, της οποίας ήταν μια αναζωπύρωση της επαναστατικής φλόγας της, η οποία είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει μετά τις εμφύλιες συγκρούσεις και την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη, και προκειμένου να υπερτονιστεί η συμβολή και αναγκαιότητα της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827).

 

  1. Αντίπαλοι στη Μάχη «Βέργας-Διρού»

α. Έλληνες

Στην Ελλάδα η Επανάσταση ευδοκίμησε ύστερα από τις πολυάριθμες νικηφόρες συγκρούσεις στην ξηρά και στη θάλασσα. Το 1822 και 1823 με την συντριβή της στρατιάς Δράμαλη από τον Κολοκοτρώνη και την ανατίναξη της τουρκικής Ναυαρχίδας από τον Κανάρη, καθώς και τόσο πολλές άλλες νίκες, η επανάσταση είχε σταθεροποιηθεί και την 1η Ιανουαρίου 1822 διακηρύχθηκε στην Επίδαυρο, από την Α΄ Εθνική Συνέλευση, «η πολιτική ύπαρξη και ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους». Δυστυχώς όμως, η βάσκανη μοίρα της Ελλάδας δεν μπόρεσε να ξεγράψει την κάμψη της επανάστασης το 1824, εξαιτίας των δύο εμφυλίων πολέμων, όπου σημειώθηκαν απίστευτες ακρότητες.

Σχηματίστηκαν δύο αντιμαχόμενες κυβερνήσεις, (πολιτικών και νησιωτών, Κουντουριώτης, Κωλέττης, Μαυροκορδάτος κατά στρατιωτικών, Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Χαραλάμπη). Στους Κουντουριωτικούς είχαν προσχωρήσει Παπαφλέσσας, Γιατράκοι, Αναγνωσταράς, Κεφάλας. Ο Κωλέττης χαρακτηρίζει την Πελοπόννησο «εχθρική χώρα» και με αρχηγό τον Γκούρα, την κατακλύζουν και λεηλατούν, ρουμελιώτικα στρατεύματα. Επακολούθησαν σκληρές εμφύλιες μάχες, στην Κορινθία, Καλάβρυτα και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Επιλέγουμε κάποια, από τα τόσα πολλά τραγικά γεγονότα, τα οποία τότε έλαβαν χώρα:

– Εκστρατεία Παπαφλέσσα, Υπουργού Στρατιωτικών-Εσωτερικών, για δίωξη αντικυβερνητικών, με ισχυρό στρατιωτικό Σώμα από ετερόκλητα στοιχεία, στην επαρχία Αρκαδιάς (Κυπαρισσία), 23 Οκτωβρίου 1824. Η θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι ήταν και πράξη εξιλέωσής του, για την εμφύλια αυτή εκστρατεία.

– Δολοφονία του πρωτότοκου γιού του Κολοκοτρώνη στην Σιλίμνα, Πάνου Κολοκοτρώνη, στις 18 Νοεμβρίου 1824.

– Διαπόμπευση του Π. Πατρών Γερμανού, σερνόμενου από την ουρά του αλόγου, στο οποίο είχε δεθεί, από τον Νικολέτο Π. Σοφιανόπουλο, στις λάσπες της Γαστούνης.

– Παράδοση του Θ. Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια φυλάκισή του στην Ύδρα, Μονή Προφήτου Ηλία.

– Στραγγαλισμός μέσα στη φυλακή της Ακρόπολης, όπου κρατείτο,  του Οδ. Ανδρούτσου.

– Κατασπατάληση και διασπάθιση των χρημάτων των δανείων, της Ελλάδας από Αγγλία, για τη διεξαγωγή των εμφυλίων συγκρούσεων, επ’ ωφελεία των Κυβερνώντων.

– Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, απασχολούμενη με την αντιμετώπιση των εσωτερικών δυσχερειών εκ των εμφυλίων συγκρούσεων, έχει παραμελήσει να λάβει τα αναγκαία μέτρα, καίτοι είχε τις ανάλογες πληροφορίες, για την αντιμετώπιση της απόβασης του Ιμπραήμ στη Μεθώνη, καθώς και εξάπλωσή του, στη συνέχεια σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο.

– Ολιγωρία και αδράνεια για τον εφοδιασμό του Μεσολογγίου, με αποτέλεσμα την πτώση του την νύχτα 10/11 Απριλίου 1826. (Το Μεσολόγγι ήταν τότε μακριά, όπως μακριά ήταν και η Κύπρος το 1974).

 

β. Ιμπραήμ Πασάς – Τουρκοαιγύπτιοι

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, από του τέλους του 1823, κατόπιν των αλλεπάλληλων αποτυχιών των στρατηγών-πασάδων του, στην επαναστατημένη Ελλάδα, φοβούμενος την εξάπλωση και γενίκευση της επανάστασης και σε άλλες περιοχές όπως Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, μέχρι και Κωνσταντινούπολη, έντρομος και περιδεής προσφεύγει στον υποτελή του Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου και ταπεινά ζητάει τη βοήθειά του, έναντι ασφαλώς οδυνηρών ανταλλαγμάτων. Ο Μωχάμετ Άλυ συγκροτεί αποβατικό σώμα, υπό τον θετό γιό του Ιμπραήμ Πασά, το οποίο αποβιβάζεται στην καρδιά του χειμώνα, στις 11 και 12 Φεβρουαρίου 1824 στη Μεθώνη Μεσσηνίας, όπου δημιουργεί προγεφύρωμα, ακωλύτως, αφού στη Μεθώνη δεν εστάθμευαν ελληνικές δυνάμεις όπως στην Κορώνη όπου υπήρχαν ασθενείς δυνάμεις πολιορκούσες το κάστρο. Ταχύτατα διευρύνει το προγεφύρωμά του, στο οποίο συμπεριλαμβάνει και το φρούριο της Κορώνης και μετά τις ήττες των Ελλήνων στο Κρεμμύδι, Σφακτηρία, Παλαιόκαστρο, Νεόκαστρο και στις 30 Μαΐου 1824 στο Μανιάκι (Παπαφλέσσας), στις 28 Μαΐου κατέλαβε την Καλαμάτα αμαχητί, (οι 2.000 οπλοφόροι, οι οποίοι εστάθμευμαν στην πόλη ετράπησαν εις φυγήν), την οποία αφού πυρπόλησε συνέχισε την προέλασή του προς Μάνη, ήτοι Αρμυρό, Μικρή Μαντίνεια, Κιτριές, που επίσης πυρπόλησε. Καίτοι ο Ιμπραήμ ηδύνατο να συνεχίσει προς Καρδαμύλη, φοβούμενος να εμπλακεί σε μια δύσκολη εκστρατεία ανέκοψε την προέλαση και συνέχισε προς Τριπολιτσά μετά τη μάχη της Τραμπάλας (5-7 Ιουνίου 1825), την οποία τη βρήκε έρημη (όπως αναφέρει ο τότε Στρατηγός Γ. Γιατράκος) ο οποίος συνεχίζει. «Μετά εισβάλλοντας  διαδοχικά στην Αργολίδα, Λακωνία, Ηλεία «πάτησε» όλον τον Μοριά. Δεν έμεινε παρά το Ναύπλιο και η Μάνη». Στο τέλος του 1825 πέρασε στη Ρούμελη. Μετά την έξοδο και καταστροφή του Μεσολογγίου, επιστρέφει στον Μοριά. Ο Κολοκοτρώνης, αποφυλακισθείς, αναλαμβάνει την Αρχιστρατηγία και πολύ σωστά εκτιμά ότι ο Ιμπραήμ θα στραφεί κατά της Μάνης, στο στενό διάδρομο του Αρμυρού όπου εκεί ήταν δυνατό να δοθεί μια αποφασιστική μάχη «εκ παρατάξεως», έναντι του «κλεφτοπολέμου» τον οποίο διεξήγαγε, κατά του Ιμπραήμ, μέχρι τώρα. Στον Αρμυρό Καλαμάτας φθάνει ο Κολοκοτρώνης στις 26 Μαΐου 1826 και επιτυγχάνει να ενώσει και ομονοήσει τους Μανιάτες, για να αντιμετωπίσουν τη θανάσιμη απειλή κατά της Μάνης, αλλά και για να μη σβήσει η τελευταία αχνοτρέμουσα φλόγα της επανάστασης, που ήταν η ίδια η Μάνη. Οι Μανιάτες, όσο καιρό ο Ιμπραήμ βρισκόταν στη Ρούμελη-Μεσολόγγι, κατασκευάζουν με ξερολιθιά τείχος, το οποίο άρχιζε από τη θάλασσα και κατέληγε στο πετρώδες ύψωμα «Καστράκι». Μπροστά από το τείχος αυτό κατεβαίνει χαράδρα μήκους ενός χιλιομέτρου, από ύψωμα Καστράκι, η οποία έχει κάθετες όχθες, είναι πλάτους οκτώ με δέκα μέτρα και βάθους τεσσάρων μέτρων. Το στενό αυτό πέρασμα από «Καλάθιον όρος», με κάθετες πλευρές-πλαγιές, μέχρι τη θάλασσα, αποτελεί τις Θερμοπύλες της Μάνης και είναι το μοναδικό πέρασμα για να εισέλθει κάποιος στη Μάνη. Πίσω από το τείχος αυτό, το οποίο έμοιαζε με Βέργα, εκ του οποίου και το όνομα της περιοχής, οχυρώθηκαν 5.000 Μανιάτες και Μεσσήνιοι με επικεφαλής πρωτοκαπετάνιους της Μάνης. Ο Ιμπραήμ, ο οποίος τότε διέθετε σύγχρονο τακτικό στρατό, εκπαιδευμένο από Γάλλους αξιωματικούς του Ναπολέοντα, συγκέντρωσε στην Καλαμάτα 8.000 περίπου πεζούς και ιππείς. Τους 6.500 άνδρες, υπό τον Κεχαγιά, τους έστειλε να χτυπήσουν κατά μέτωπο τη ΒΕΡΓΑ ΑΡΜΥΡΟΥ, ενώ ο ίδιος με 1.500 έως 2.000 άνδρες επιβιβάστηκε σε 2 βρίκια και ανάλογα μεταφορικά και παραπλέοντας τις ακτές της Μάνης με ένα αξιοθαύμαστο, δραστικό, έξυπνο ελιγμό, επιχείρησε στις 21 Ιουνίου να φέρει αντιπερισπασμό στους Μανιάτες, είτε εγκαταλείποντας την οχυρωμένη γραμμή ΒΕΡΓΑ είτε «αγκιστρώνοντάς» τους στα χωριά τους για την προστασία τους. Για το σκοπό αυτό βομβάρδισε τα παράκτια χωριά (Κιτριές, Τραχήλα, Άγιο Δημήτριο κλπ). Την 22 Ιουνίου 1826, από την Αγία Σιών (το παρεκκλήσιο αυτό υφίσταται και σήμερα), 800 ιππείς έφθασαν στη ΒΕΡΓΑ, οι οποίο αποδεκατίστηκαν από το εύστοχο πυρ και με αντεπίθεση των Μανιατών, απωθήθηκαν στο ορμητήριό τους (Αγία Σιών). Μετά από 20 λεπτά το σύνολο σχεδόν των Αιγυπτίων (7.000 πεζοί και ιππείς) εξαπέλυσαν εννέα αλλεπάλληλες επιθέσεις και όλες τους αναχαιτίστηκαν. Την επόμενη ημέρα, 23 Ιουνίου, οι εχθροί επανέλαβαν την επίθεση χωρίς να επιτύχουν κάποιο αποτέλεσμα. Στις 24 Ιουνίου, οι εχθροί επανέλαβαν την επίθεση για τελευταία φορά, αλλά και πάλι απέτυχαν. Την τελευταία μέρα της επίθεσης κατά της Βέργας οι εχθροί δέχτηκαν πλευρικές αντεπιθέσεις από την περιοχή της Αγίας Τριάδας και χωριό Γιάνιτσα και μετωπική αντεπίθεση από Σελίτσα-Καστράκι. Την ίδια νύχτα οι Μανιάτες επέλεξαν 800 εθελοντές, για να επιτεθούν στο στρατόπεδο του εχθρού, ενώ αναμενόταν η άφιξη των ενισχύσεων επίσης κατά τη νύχτα, οι οποίες είχαν σχεδιαστεί να αποσταλούν από τον Κολοκοτρώνη. Προ του κινδύνου να εγκλωβιστεί ο εχθρός μεταξύ των αναμενόμενων ενισχύσεων, των πλευρικών αντεπιθέσεων και της οχυρωμένης Βέργας, αμέσως αναδιπλώθηκε πέρα από τον ποταμό Νέδοντα της Καλαμάτας. Ταυτόχρονα με την επίθεση κατά της Βέργας, ο Ιμπραήμ, όπως προαναφέραμε, επιχείρησε αποβατική ενέργεια στην παραλία του Διρού Μάνης. Οι δυνάμεις του αποβιβασθείσες, διαιρέθηκαν σε δύο φάλαγγες, εκ των οποίων η μία εστράφει προς Αερόπολη και η άλλη προς Πύργο και χαριά. Στην αρχή, οι επιδρομείς αιφνιδίασαν και πανικοβάλλαν τους  κατοίκους των χωριών αυτών, αφού οι περισσότεροι άνδρες τους βρισκόταν στη Βέργα Αρμυρού. Οι εκεί ευρισκόμενοι Μανιάτες γρήγορα ανασυντάχθηκαν, ενώ οι καμπάνες ηχούσαν, και άνδρες ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά αντεπιτέθηκαν με ότι μέσο διέθετε ο καθένας. Οι γυναίκες είχαν τα δρεπάνια επειδή η περίοδος αυτή ήταν του θερισμού. Η αντεπίθεση υπήρξε ορμητική και θυελλώδης, με τις κωδωνοκρουσίες, τους ιερείς μπροστά και τις γυναίκες με τα δρεπάνια στο χέρι και με αλαλαγμούς απώθησαν τους εισβολείς μέχρι τη θάλασσα στην οποία ρίχτηκαν για να σωθούν, με απώλειες ανάλογες εκείνων της μάχης της Βέργας οι οποίες υπολογίζονται σε 500 νεκρούς στη Βέργα και 400 στο Διρό (μη υπολογιζόμενων αυτών που πνίγηκαν).

Ο «Μικρός Πόλεμος» κατά τον Κλάουσεβιτς, δηλαδή η «Παλλαϊκή Άμυνα» του Διρού, υπήρξε εξίσου αποτελεσματικός με τον «Μεγάλο Πόλεμο» της Βέργας Αρμυρού. Τονίζεται ιδιαίτερα ο ρόλος της μαχήτριας Μανιάτισσας, με κορυφαίες την Πανώρια (Πανωραία) Βοζίκη, την Γεωργία Γερακαράκου και την Θερασέρη Φλομοκότρωνα. Οι επιτεθείσες γυναίκες στον Διρό ξεπερνούσαν τις 1.000 έναντι 500 αντρών κυρίως ηλικιωμένων και φερόντων οπλισμό, μόλις 200. Η Μάνη δεν «πατήθηκε» και η επανάσταση δεν έσβησε, ο δε Ιμπραήμ βρέθηκε  σε αδιέξοδο και μετά την αποτυχία του να εκπορθήσει τη Μάνη, από την Ανατολική της πλευρά (Μάχη Πολυάραβου, 20 Αυγούστου 1826). Της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, είχε έλθει, τώρα η ώρα της. Η επανάσταση δεν είχε σβήσει. Η Μάνη, την κράτησε άσβεστη. Εκεί, στη «ΒΕΡΓΑ-ΔΙΡΟ», στις Νέες Θερμοπύλες.

(Ακολουθεί Μέρος Τρίτο)

Παναγιώτης Χόχολης

Αντιστράτηγος ε.α.

Επίτιμος Διοικητής

Ανωτάτης Σχολής Πολέμου