Αρχές Σεπτεμβρίου του 2011, από νωρίς, με το πρωινό αγιάζι ξεκίνησα από την Ελάτη με προορισμό τον ξενώνα που βρίσκεται στην κορυφή του Κερκετίου -κοινώς Κόζιακας-. Ανηφορίζω τα δύσβατα μονοπάτια. Εκτός των απαραιτήτων για αυτή τη μεγάλη πεζοπορία έχω τοποθετήσει στη ζώνη μου και ένα CD player. Παρά την κακοφωνία μου σιγοψιθυρίζω το λαϊκό άσμα που ακούω:

“Είμ’ αετός χωρίς φτερά

χωρίς αγάπη και χαρά

…”

Περίεργο, στο μεγάλης κλίσης χωματόδρομο που ανηφορίζω, παρά τη μάζα και την κακοφωνία μου, έκπληκτος διαπιστώνω ότι με συνοδεύει ένα αετόπουλο μέσα από τη βαθειά χαράδρα που βρίσκεται αριστερά μου. Με κοιτά με ανοιγμένα τα φτερά, αιωρείται σε απόσταση περίπου τριάντα μέτρων. Χαμογελώ, ρωτάω αμήχανα:

– Πώς βρέθηκες εδώ αετόπουλο;

– Εσύ πως βρέθηκες εδώ; ρωτά με κατηγορηματική ανθρώπινη φωνή(!), λαλιά από ένα αετόπουλο;

– Έχεις δίκιο, λέω, οι επτά λόφοι που ανηφόριζα στα νιάτα μου δεν ήταν τόσο απότομοι και έσφυζαν από ανθρώπους και κτίρια…

– Εγώ, και ο παππούς μου, και ο παππούς του παππού μου εκεί ήταν, πριν μετοικήσουμε οικογενειακώς στα απόμερα της Νότιας Πίνδου…, διευκρινίζει το αετόπουλο.

– Αλήθεια; λέω, κάπως χλευάζοντας, και σαν αετοί που έμεναν;

– Βόρεια στην κορυφή ενός λοφίσκου, όχι και τόσο μακριά από τους δικούς σου τους εφτά λόφους. Οι πρόγονοί μου όταν κοίταζαν από τη μία, πέρα από τον Εύξεινο Πόντο έβλεπαν το Βασίλειο του Βοσπόρου των Μιλησίων και όταν κοίταζαν από την άλλη, την Χώρα των Τυφλών, την πόλη του Βύζα του Μεγαρέως και πέρα από την Προποντίδα τον Όλυμπο της Φρυγίας, απ’ όπου με ευνοϊκούς ανέμους, από τη χιονισμένη κορυφή του απολάμβαναν τους ήχους του Υάγνιδος. Εξ’ άλλου ο παππούς μου όταν φτερούγιζε ακολουθώντας τα νερά του Βοσπόρου, όποτε κοίταζε από τη μία έβλεπε την Ανατολή και όταν κοίταζε από την άλλη τη Δύση και συχνά απολάμβανε τον κανόνα του Δαμασκηνού έστω και με διαφορετικές λαλιές. Παρατηρούσε μία αρμονική ζωή διαφορετικών κοινοτήτων, με διαφορετικές ενδυμασίες και έθιμα. Δηλαδή σαν να ήταν αετός με δύο κεφάλια και μία καρδιά.

Απορώ! πώς ένα νεοσσός, όπως τον έκρινα, γνωρίζει τόσα πολλά, που δεν γνωρίζουν οι συμπολίτες μου, που δαπάνησαν τουλάχιστον δώδεκα χρόνια της ζωής τους στα θρανία. Κάπως σοβαρεύομαι,

– Και ήταν ευτυχισμένος εκεί;

– Ευτυχισμένος, όμως και θλιμμένος ο παππούλης μου! αποκρίνεται με τρυφερή φωνή.

– Και αφού ήταν ευτυχισμένος, και έβρισκε τα “προς το ζην”, γιατί βρέθηκε απομονωμένος στα άγρια βράχια της Νότιας Πίνδου, όπου μετά βίας βρίσκεις τα απαραίτητα;

– Α! Είσαι και περίεργος! με τη σειρά του χλεύασε το αετόπουλο.

Έχω άλλες πέντε ώρες διαδρομή, δεν θέλω να χάσω τη μοναδική μου συντροφιά στη δύσκολη αυτή πεζοπορία. Προσπαθώ να καλοπιάσω αυτό το χαριτωμένο αετόπουλο.

– Όχι! Όχι! απλώς προσπαθώ να συγκρίνω κατά πόσο ομοιάζει με την δική μου περιπέτεια…

Ίσως ό τόνος ήταν δυνατός, φτερουγίζει, κάνει ένα μεγάλο κύκλο και έρχεται πάνω από το κεφάλι μου. “Λες τώρα να με κάνει και κάποιο τυχερό…” συλλογίζομαι, ναι μεν δεν το λέω, αλλά δε αυθόρμητα χαμογελώ…

– Όλα ξεκίνησαν όταν οι συμπαθούντες τον αετό απόγονοι των Ρως, στρατοπέδευσαν στους πρόποδες του λοφίσκου όπου διέμενε ο παππούς, άρχισε να εξιστορεί το αετόπουλο. Οι στρατοπεδευμένοι είχαν εντολή να προστατεύσουν την Πόλη από τα στρατεύματα του Αλί από την Καβάλα, που μετά από τα κατορθώματά τους σε Κρήτη, Κάσο και Μοριά ξεκίνησαν από Αίγυπτο και Μέση Ανατολή για να εισπράξουν με βία το αντίτιμο των υπηρεσιών τους …

– ‘Ωχ! λέω, πας πολύ πίσω…

– Ναι, λέει, ίσως πρέπει να πάμε και προγενέστερα αυτών των ημερών για να αντιληφθούμε την αλήθεια, όμως ο παππούς τότε μόλις είχε επωαστεί, και δεν θέλω να σου διηγηθώ γεγονότα που άκουσε ο παππούς, αλλά γεγονότα που έζησε…

– Έχεις δίκιο, λέω, όμως συντόμευε!

– Ήταν η περίοδος που ξεκινούσε το ξήλωμα των δραγουμάνων του Φαναρίου από κυβερνητικές θέσεις και αξιώματα …

– Ναι, ναι! λέω, γνωρίζω περί Φαναριωτών, ότι είμαι το οφείλω σ’ αυτό, όπως και ο δικός μου ο παππούς και ο δικός μου ο πατέρας…

Ακούω φτερουγίσματα δίπλα στο αυτί μου και μία οργισμένη φωνή…

– Ναι όμως με ξαναδιέκοψες! Τι θα γίνει με σένα;

– Όλα καλά! δεν θα σε διακόψω ξανά, όπως να ‘ναι έχω μεγάλο, επίπονο και ανηφορικό δρόμο να διανύσω…

– Ξεκινώντας από την επόμενη δεκαετία και για μισό αιώνα και βάλε ο παππούς έβλεπε να οικοδομούνται νέα κτίρια γεμάτα με παιδιά…

Συνέχισε το αετόπουλο, σαν να περίμενε να το διακόψω ξανά. Τάφος εγώ!

– Παιδιά σαν πουλάκια που φτερουγίζουν, γέμιζαν τις αυλές αυτών των άριστα οικοδομημένων κτιρίων. Η λαλιά τους ομοίαζε αυτής της Βίβλου, ίσως με κάποια μετάλλαξη… Όχι μόνο αυτά, αλλά ο παππούς σημείωνε και νεόκτιστα καμπαναριά. Τώρα πλέον ηχούσαν έναντι αυτών που προ πολλών αιώνων είχαν μετατραπεί σε μιναρέδες για να φιλοξενήσουν τους μουεζίνηδες που καλούσαν τους πιστούς σε ναμάζι…

Ωχ! σκέπτομαι, σε λίγο θα χρειαστώ και λεξικό(!) Όμως δεν λέω τίποτα.

– Για πενήντα χρόνια σαν αποδημητικά πουλιά πηγαινοερχόντουσαν άτομα από Ανατολή και Δύση. Κάποτε με φορτωμένα κάρα, που επέστρεφαν σχεδόν άδεια και κάποτε με τα καλά τους όλο γέλια και χαρά. Βέβαια έτσι ο παππούς έβρισκε αρκετή τροφή για την οικογένεια. Όλα ήταν λαμπρά, μέχρι να εμφανιστεί η άρπυια μ’ ένα κεφάλι και κατεβασμένα τα φτερά. Κοιτούσε μόνο προς μία κατεύθυνση…

– Προς ποια; ρωτάω

– Εκεί, μόνο Βορειοδυτικά! και σαν αρπακτικό τα έβαλε και με την κοινωνία του παππού… Όπως διηγούνταν ο παππούς του παππού μου αυτή η βίαιη αντιπαράθεση κρατούσε για πολλούς αιώνες…

– Συγγνώμη που διακόπτω, όμως πάλι ξέφυγες, λέω…

– Συγγνώμη λέει και το αετόπουλο, σαν να θέλει να ανασυντάξει τη σκέψη του. Κάνει άλλο ένα μεγάλο κύκλο γύρω από τα φαράγγι και επανέρχεται δίπλα μου…

-Δεν άργησαν να εμφανιστούν καπνοί από τη Δύση, πρώτα αρκετά κοντά στο λοφίσκο μας, και έπειτα καπνοί σ’ όλο τον ορίζοντα. Τα αποδημητικά πουλιά μετατράπηκαν σε κατατρεγμένα προσφυγικά. Ερχόντουσαν ξανά, όμως μόνο από την Ανατολή, με κουρελιασμένα τα ρούχα και σχεδόν μόνο τα μισά, μισά είχαν μείνει και αυτά.. Τα κάρα και οι εστίες τους πλέον ανήκουν στους λαφυραγωγούς…

Σίγησε για λίγο το αετόπουλο σαν να είχε να πει πολλά …

– Όταν κόπασαν οι καπνοί και οι οδυρμοί, πλήθαιναν τα κτίρια της Πόλης, όμως άλλαξε και η επικρατούσα συνήθης λαλιά… άλλαξε και αυτή του μουεζίνη. Λιγόστεψαν και οι προερχόμενες από τα καμπαναριά επικλήσεις για αγάπη. Τρόμος από τη μία, η ζωή συνεχίζεται από την άλλη. Μόνο η άρπυια δεν ησύχασε. Τώρα κρύβονταν πίσω από τον δεξιόστροφο Μαίανδρο…

Αφελής ρωτάω:

– Και πόσο κακό ήταν αυτό για τον παππού;

– Η άρπυια, πλέον ήταν πιο γρήγορη και πιο αποτελεσματική, συνεχίζει τα αετόπουλο κάπως αγνοώντας με, σύντομα, πάλι καταχνιά, καπνοί και δυστυχία σε όλο τον ορίζοντα. Έτσι μέσα στην αντάρα και τους καπνούς, κάποιοι, πρώτα συγκέντρωσαν τους αρσενικούς μακριά από τις εστίες τους, και έπειτα βρήκαν ευκαιρία να κλέψουν τα αυγά από τους αετούς.

– Όταν κάπως τιθασεύτηκε η άρπυια, οι αετοί απόφυγαν να απαιτήσουν τα κλεμμένα, διότι προβλήθηκε ότι υπό την σκέπη των πολυάστερων θα συμμαχήσουν οι αετοί με τους λύκους για να αντιμετωπίσουν τη βορεινή αρκούδα. Όμως πώς θα υλοποιούνταν μία ευχή, όταν η συμμαχία παραβίαζε τους νόμους της φύσης;

– Εμένα ρωτάς; λέω. Εγώ, είμαι των θετικών επιστημών και δεν γνωρίζω τόσο καλά τις ισορροπίες του ζωικού βασιλείου. Και πού κατέληξε αυτή η παρά φύση, όπως λες, συμμαχία;

Το αετόπουλο θλιμμένο συνεχίζει να εξιστορεί.

– Ακριβώς σαν σήμερα πενήντα έξι χρόνια πριν, ο παππούς μαζί με τον πατέρα είχαν ανεβεί στα σύννεφα προς αναζήτηση των προς το ζην… Ξέρεις, η Πόλη είχε μεγαλώσει και πια έπρεπε να φτερουγίζουν μακριά. Λοιπόν, ο ένας προς τη Δύση και ο άλλος προς την Ανατολή. Έτσι ο πατέρας ως νεότερος πέταξε ανατολικά ακολουθώντας τις σιδηροδρομικές γραμμές και ο παππούς δυτικά προς τις λίμνες. Ο μεν πατέρας σημείωσε μεγάλη κίνηση εισερχόμενων επιβατών, έρχονταν λένε “για να ξεναγηθούν στα αξιοθέατα”, όμως οι ομάδες ξενάγησης απαρτίζονταν μόνο από άνδρες, μόνο από άνδρες! Ο δε παππούς σημείωσε φορτηγά γεμάτα από χωρικούς που κατευθύνονταν προς την Πόλη, πήγαιναν λένε “για γλέντι”, καρότσες γεμάτες με άνδρες πήγαιναν να γλεντήσουν… όμως μόνο άνδρες!

– Και τι έκαναν μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη; ρωτάω…

– Υποψιασμένοι αποφασίζουν να πάνε ψηλά και να παρατηρήσουν το τι γίνεται στις κεντρικές πλατείες, όπου τις τελευταίες μέρες κυκλοφορούσε κάποιος οργισμένος όχλος, τάχα για κάποιες επικείμενες εξελίξεις σε κάποιο μεγαλόνησο…

– Γνώριζαν περί αυτών;

– Τότε δεν γνώριζαν και πολλά, απλώς ήξεραν ότι ήταν μια υπόθεση που αφορά ένα βορεινό νησί με τα τρία του τα λιοντάρια, που κυνήγησαν την άρπυια. Άκου βορεινή νήσος με λιοντάρια! μονολογεί το αετόπουλο.

Αφελής, ρωτάω

– Και τι ζητούσαν τα λιοντάρια στη μεγαλόνησο;

– Αρπακτικά και αυτά, αποκρίνεται το αετόπουλο, χαμογελώντας πικρά!

 – Όμως στο θέμα μας, λέω, και τι είδαν στις πλατείες;

– Προς το μεσημέρι είδαν μικρές ομάδες να συγκεντρώνονται σε διάφορα σημεία, σαν να είχαν συγκεντρωθεί σε κάποια από αυτά οι γλεντζέδες και σε άλλα οι τουρίστες… .Όλοι γύρω από κάποιους καλοσυνάτους με σκιά λύκου… Τότε παππούς και πατέρας ζαλίστηκαν από τα ραδιοκύματα των ασυρμάτων… Από τη μία μέσα στην Πόλη η άναρχη κυκλοφορία των διοικούντων της χώρας και από την άλλη οι πολυπληθείς ομαδούλες…

– Ναι, ναι γνωρίζω, λέω, όταν όλοι βγουν στα ασύρματα εσείς χάνετε τον προσανατολισμό σας…

– Οι δικοί μου δεν τα ‘χασαν. Απλώς κατέβηκαν πιο χαμηλά. Έτσι α παππούς κατευθύνθηκε προς το σταυροδρόμι και ο πατέρας προς την παλιά Πόλη. Ο παππούς ακολούθησε μία μικρή πομπή αυτοκινήτων, που έφερε κάποιους διοικούντες… Η πομπή ανηφόριζε προς την πλατεία από όπου κάποτε διανέμονταν το νερό, εκείνη την ημέρα όμως διανέμονταν εφημερίδες και οργή! Παρατηρεί λοιπόν να συγκεντρώνεται όχλος εκσφενδονίζοντας κραυγές μίσους…

– Γιατί συγκεντρώνονταν; ρωτάω έκπληκτος, και τέλος πάντων γιατί μίσος;

– Κάπου, λέει, είχε γίνει κάτι κατά του σεβαστού τους προγόνου. Όμως το μίσος προέρχονταν λόγω απόρριψης του διαφορετικού …

– Δηλαδή;

– Δηλαδή, όπως ο λύκος δεν θέλει να έχει στη ζωτική του περιοχή αρκούδες και αετούς, και η αρκούδα λύκους και αετούς, οι δε αετοί αποφεύγουν να συχνάζουν σε περιοχές των λύκων και των αρκούδων… Κάπως έτσι.

– Και γιατί όλα αυτά; Αφού η γη χωράει όλους…

– Ναι, λέει το αετόπουλο, όμως η λεία είναι περιορισμένη! Και όσο την αποθηκεύεις χωρίς κόπο τόσο πιο γλυκιά είναι…

Κάπως αγνοώ τις επεξηγήσεις,

– Και με την πομπή τι έγινε; επανέρχομαι.

– Μόλις πέρασε την πλατεία, άρχισε να ακούγεται ένας περίεργος ήχος, όπως αυτός όταν πέσει ένας πολυέλεος, ή τέλος πάντων κάποια τζαμαρία…

– Και από πού έρχονταν αυτός ο ήχος;

– Πρώτα πέριξ της πλατείας, όμως όταν ήλθαν τα φορτηγά, που προ ημερών μετέφεραν χαλίκια και άμμο στην οδοποιία, γεμάτα με εργαλεία, τα οποία μοιράστηκαν με τάξη στις ομαδούλες, ο ήχος άρχισε να ηχεί από παντού, προς πάσα κατεύθυνση! Ήχος που συνοδεύονταν από κραυγές πόνου, από κραυγές ατίμωσης… Και στο βάθος να ηχούν οι συναγερμοί των στρατοπέδων… Ήχοι καταστροφής. Καταστρέφονταν όλα τα υπάρχοντα των άριστα οικοδομημένων κτιρίων, που δίδασκαν “το είναι και το ανήκω” στα χαρούμενα πουλάκια. Τι να απόγιναν και αυτά; …

Η θλίψη ολοφάνερη, σκυμμένο το κεφάλι συνεχίζει να εξιστορεί το αετόπουλο,

– Δεν άργησε, πρόβαλαν και οι καπνοί, καπνοί από καμπαναριά… Καίγονταν οι οίκοι που δίδασκαν την αγάπη… Ναι μεν οι πυροσβέστες εκεί, όμως οι μάνικες καταστραμμένες με τα εργαλεία που μοιράστηκαν από τα φορτηγά… Παντού απελπισία και λεηλασία …

Προσπαθώ να διακόψω αυτή τη μελανή εξιστόρηση, για να μην επιβαρύνει επιπλέον την προσπάθεια άφιξής μου στο Κερκέτιον κάτω από τον καυτό πλέον ήλιο, ρωτάω:

– Και ο πατέρας, τι παρατήρησε;

– Όταν άρχισε να σουρουπώνει, συνεχίζει το αετόπουλο, πατέρας και παππούς κατατρομαγμένοι βρέθηκαν στο σημείο που συναντώνται ο Βόσπορος, η Προποντίδα και το Χρυσό Κέρας, για να επιστρέψουν στις φωλιές τους. Από τη μία έβλεπαν πλεούμενα γεμάτα όχλο να κατευθύνονται προς τα Πριγκηπόννησα και από την άλλη τα νερά του κόλπου μεταξύ των δύο γεφυριών να γυαλίζουν παίρνοντας ένα χρυσό χρώμα..

Προσπαθώντας να ομαλοποιήσω την ατμόσφαιρα:

– Χρυσό χρώμα; Όπως και το αποκαλούμε…

– Ναι! λέει το αετόπουλο, όπως το λάδι πάνω στο νερό!

Αμάν! σκέπτομαι τα κάνω χειρότερα, ας μη μιλήσω…

– Είχαμε μείνει στο τι είδε ο πατέρας…

– Πρώτα από όλα παππούς και πατέρας συμφώνησαν ότι ήταν άριστος ο συγχρονισμός έναρξης των καταστροφών και στους εφτά λόφους. Οι δε ομαδούλες των περίπου τριάντα ατόμων βρέθηκαν σε κάθε γειτονιά, όπου τους καθοδηγούσαν οι καλοσυνάτοι(!) Τώρα που σουρούπωνε είχε γιγαντωθεί η λυκόμορφη σκιά τους. Ο παππούς μού είχε εκμυστηρευτεί το συγκλονιστικό γεγονός που έζησε ο πατέρας…

– Και ποιο ήταν αυτό; ρωτάω με αγωνία.

– Ο πατέρας όταν είδε καπνούς να έρχονται από το ιερό συγκρότημα των ιαματικών υδάτων, εκεί κοντά στα αιώνια τείχη, στο χώρο που είναι ενταφιασμένοι κάποιοι άρχοντες, αποφασίζει να πλησιάσει … Εκτός που παραξενεύτηκε βλέποντας σκόρπια οστά σε όλο τον αυλόγυρο, οι καπνοί είχαν και κάποια περίεργη οσμή, σαν καμένη ανθρώπινη σάρκα. Βλέπεις τα ιαματικά ύδατα ναι μεν ζωντάνεψαν τα τηγανισμένα ψάρια στην πρώτη άλωση, όμως δεν επανέφεραν τους ιεροφύλακές τους στη δεύτερη…

– Σαν τραγικά και μπερδεμένα με τα λες, λέω.

– Απ’ ότι μου διηγήθηκε ο παππούς, ήταν η μοναδική φορά που ο πατέρας μίλησε για αυτό το γεγονός. Έκτοτε στη ζωή του ουδεμία αναφορά στο γεγονός αυτό. Βέβαια αν δεν μου τα διηγούνταν ο παππούς θα είχα μαύρα μεσάνυχτα για όλα αυτά τα γεγονότα, διότι ο πατέρας όσο ζούσε δεν μου είπε ούτε λέξη…

– Και τι έγινε μετά; ρωτάω με αγωνία.

– Είχε σουρουπώσει για τα καλά, πέταξαν στη φωλιά τους, που τους παρείχε ασφάλεια. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Όλο το βράδυ δεν έκλεισαν μάτι. Ήχοι ερπυστριών από το κέντρο, ήχοι απελπισίας και πόνου από την περιφέρεια…

– Την επόμενη μέρα, πριν ξημερώσει καλά-καλά έφυγαν από τις φωλιές μόνο οι έμπειροι, συνέχισε το αετόπουλο, ένας από αυτούς ήταν και ο παππούς. Έτσι αποφασίζει να ανιχνεύσει από ψηλά την επικρατούσα κατάσταση. Βουβή η Πόλη. Ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό αφηρημένης τέχνης είχε αποκαταστήσει την άσφαλτο και τους κύβους από γρανίτη των κεντρικών δρόμων. Έστω και από μεγάλη απόσταση αντιλαμβάνεται ότι οι κεντρικές αρτηρίες των εμπορικών δρόμων με τα πολύχρωμα ψηφιδωτά είχαν ανυψωθεί κατά ένα έως δύο μέτρα. Δεν άργησαν να εμφανιστούν τα φορτηγά που την προηγούμενη μετέφεραν εργαλεία. Τώρα ήταν άδεια και τα γέμιζαν με τις ψηφίδες, και από όπου περνούσαν τα φορτηγά επανεμφανίζονταν η άσφαλτος και οι κύβοι από γρανίτη. Τις εργασίες τις επέβλεπαν οι στρατιώτες με ανά χείρας το όπλο και αποκαλυμμένες οι ξιφολόγχες…

– Και γιατί αυτό; ρωτάω.

– Για να μην λεηλατηθούν τα λεηλατημένα, απαντά το αετόπουλο.

– Εκτός των δρόμων, και των καμένων εκκλησιών τι άλλο σε περιέγραψε ο παππούς; ρωτάω, για να συντομευτούν οι λεπτομερείς περιγραφές γεγονότων, που παραβιάζουν τη βασική ανθρώπινη αρχή, το “δικαίωμα στη ζωή”!…

– Είδε κάποιες οικίες, που στο παρελθόν τα παράθυρά τους κοσμούσαν μεταξωτές κουρτίνες, τώρα όχι μόνο οι κουρτίνες αλλά έλειπαν και τα πλαίσια των παραθύρων. Οιμωγή από τα άδεια διαμερίσματα(!) Παρακάτω η Ερυθρά Ημισέληνος από τη μία, ο Ερυθρός Σταυρός από την άλλη, είχαν ανοίξει συσσίτιο και εκτός από ζεστό φαΐ μοίραζαν δέματα, που είχαν παραλάβει από μακρινή χώρα…

– Και πώς έληξε όλο αυτό το δράμα ρωτάω;

– Αυτή είναι άλλη ιστορία, …

– Όχι, όχι άλλη ιστορία! το διακόπτω, απλώς περίγραψέ με τον επίλογο…

– Ξεκινώντας μετά από τρία χρόνια, άρχισε ο διωγμός των πονεμένων. Και πριν συμπληρωθεί η δεκαετία, έδιωξαν τους περισσότερους με ένα σάκο στο χέρι… Έτσι ήλθαμε και εμείς προς αυτά τα μέρη. Αρχικά ο παππούς αποφάσισε να έλθει σ’ αυτά τα βουνά για να ‘χει συντροφιά τους συνεχιστές των εκδιωκόμενων από τον Άθω. Έλπιζε να ακούσει ξανά τον κανόνα του Δαμασκηνού, όμως δεν αντιλήφθηκα το αίτιο που ο παππούς γύρισε πίσω στη γενέτειρά του. Έκτοτε δεν λάβαμε κανένα νέο. Μάλλον τα κόκαλά του θα είναι στα θεμέλια κάποιων νεόκτιστων συγκροτημάτων…

– Περίεργο, λέω. Και πώς δεν βοήθησαν τους πονεμένους τα αστέρια που πιθανόν επί αιώνα και από παντού βλέπουν τη γη; Δεν είπαν τίποτα τα λιοντάρια, η αρκούδα, έστω η άρπυια;

– Μα τι λες τώρα, είδες αφηνιασμένο λύκο να χορταίνει; Αφού είχαν διαθέσιμη τροφή μέσα στο παχνί, γιατί να παραχωρήσουν από τη δικιά τους τη λεία;

Ερωτήσεις στην ερώτησή μου το αετόπουλο! Κοντοστάθηκα για να αποκριθώ…

– Κοίτα, λέω σηκώνοντας το κεφάλι μου, αετόπουλο!… Αετόπουλο; πουθενά το αετόπουλο. Βγάζω το καπέλο μου για να έχω καλύτερη ορατότητα. Πεντακάθαρος ο ουρανός. Ντάλα ο μεσημεριανός ήλιος. Βγάζω τα ακουστικά του CD player, μήπως και ακούσω κάτι αετίσιο, μόνο τριζόνια…

Μάλλον έχω πάθει ηλίαση, συλλογίζομαι. Ξαναβάζω τα ακουστικά, εντείνω το βηματισμό για τα τελευταία χιλιόμετρα προς τον ξενώνα, ακούγοντας το λαϊκό άσμα:

“Θα ζήσω ελεύθερο πουλί κι όχι κορόιδο στο κλουβί

για μια μονάχα θηλυκιά να κελαηδάω

…”

Είμαι ; θα προλάβω;