Για τη μελέτη του Γεωργίου Γκοβέση: Η Μακεδονία και η Θράκη σε κρίσιμη φάση.Εκδόσεις Σπανίδη, Ξάνθη.

 

Τα Βαλκάνια αποτέλεσαν κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα πεδίο έντονων αναταραχών και ζυμώσεων. Εθνοτικοί ανταγωνισμοί, συχνά βίαιοι, που συνοδεύτηκαν από μετακινήσεις πληθυσμών και εξεγέρσεις κορυφώθηκαν στα σύνορα μεταξύ της Ρωσικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η άλλοτε κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία κλυδωνίζονταν τόσο από τις παθογένειές της όσο και από την επεκτατική πολιτική μεγάλων δυνάμεων που εποφθαλμιούσαν εδάφη στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών, όπως και πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η προϊούσα αποσύνθεση της κυρίαρχης δύναμης στην ευρύτερη Βαλκανική και την Ασία ανέδειξε το περίφημο Ανατολικό ζήτημα: ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;Συγκεκριμένα, ο όρος ανατολικό ζήτημα αναφέρεται συχνά στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις συνέπειες της παρακμής της στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Το Ανατολικό Ζήτημα (ή, από την Οθωμανική σκοπιά, το Δυτικό Ζήτημα) έγινε το κυρίαρχο θέμα των διεθνών υποθέσεων μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η κληρονομιά του συνεχίζει να αντηχεί σήμεραστα Βαλκάνια, στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και στον Καύκασο. Στην πράξη το Ανατολικό Ζήτημα δεν ήταν μόνο ένα αλλά πολλά ερωτήματα που διέφεραν σημαντικά από τον έναν ιστορικό παράγοντα στον άλλον και από περίοδο σε περίοδο.Η εθνικότητα, η θρησκεία, οι συμπεριφορές των πληθυσμών, η βία, η εξάρθρωση των κυρίαρχων για αιώνες δομών και η μαζική μετανάστευση, ο οικονομικός ανταγωνισμός και η διπλωματία των μεγάλων δυνάμεων αποτελούν επί μέρους συνιστώσες που συναρθρώνονται όμως κάτω από το κυρίαρχο ζήτημα της μελλοντικής αναδιάταξης των συνόρων. Είναι προφανές πως οι συνέπειες  του Ανατολικού Ζητήματος στις ζωές εκείνων των λαών που επηρέασε περισσότερο, των εκατομμυρίων που ζουν στη Ρωσική και Οθωμανική Αυτοκρατορία και στα ενδιάμεσα σύνορα ήταν καταλυτικές και εξακολουθούν να προκαλούν αναταράξεις. Οι Ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις της εποχής, δηλαδή η Βρετανία, η Ρωσία, η Αυστρία και η Γαλλία είχαν αποκλίνουσες απόψεις για τα υπόδουλα κράτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που επιζητούσαν την ανεξαρτοποίησή τους.

Η καταστροφική, για τους Οθωμανούς, έκβαση του Ρωσοτουρκικού πολέμου είχε, εκτός από τις προφανείς αποδιαρθρωτικές συνέπειες στο εσωτερικό, και ευρύτερης σημασίας αλλαγές συνόρων για τις κατοπινές εξελίξεις. Με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το Μάρτιο του 1878 η δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας μπορεί να εξυπηρετεί άμεσα την ιδέα του Πανσλαβισμού για το τσαρικό καθεστώς, συνιστά όμως ταυτόχρονα και ταφόπετρα για την ενοποίηση εδαφών και πληθυσμών στη Μακεδονία και τη Θράκη που θεωρούνται κοιτίδες του Ελληνισμού. Στη μελέτη του Γεωργίου Γκοβέση « Η Μακεδονία και η Θράκη σε κρίσιμη φάση» με τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Ο κίνδυνος απώλειας της Μακεδονίας και της Θράκης για τον Ελληνισμό με τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το Μάρτιο του 1878 και η αντίδραση των ελληνικών συλλόγων της Κωνσταντινούπολης με υπόμνημα προς τις μεγάλες δυνάμεις» (ο υπότιτλος από lapsuscalamiαναφέρει λανθασμένα την ημερομηνία, στο βιβλίο υπάρχουν λάθη πληκτρολόγησης και μορφοποίησης που θα πρέπει στην επόμενη 3η έκδοση να διορθωθούν) ερευνάται η αντίδραση των Ελληνικών Συλλόγων της Κωνσταντινούπολης στη συνθήκη με υπόμνημα και μεθοδευμένες κινητοποιήσεις για την αναθεώρηση της συνθήκης.

Ο συγγραφέας διερευνά αρχικά τη Μακεδονική- Θρακική διάσταση του Ανατολικού ζητήματος κατά το 19ο αιώνα. Με ευσύνοπτη και περιεκτική περιγραφή ξετυλίγει τη ροή των ιστορικών γεγονότων ώστε να είναι κατανοητή η σύνθεση που προκύπτει από γεγονότα που σε πρώτη ματιά δεν φαίνεται να συνδέονται. Στο επόμενο κεφάλαιο αναλύεται η ανάπτυξη της ελληνικής αστικής τάξης που συντελείται στο πρόσφορο έδαφος των μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ), εντοπίζεται γεωγραφικά στη συνοικία του Πέραν και επισκιάζει τους Φαναριώτες κυρίως χάρη στην οικονομική της ευρωστία και στις διεθνείς σχέσεις και ισχύ που αποκτά με την εντυπωσιακή επιχειρηματική της δράση και μορφωτική της συγκρότηση. Παράλληλα ο συγγραφέας σκιαγραφεί τους ενδιάθετους ιδεολογικούς μηχανισμούς μεταξύ των Ελλήνων αστών που διασφαλίζουν τα οικονομικά και κοινωνικά κεκτημένα τους με την έκφραση της ιδεολογίας του Οθωμανισμού που συνοψίζεται στην ειρηνική και ισότιμη συνύπαρξη εθνοτήτων υπό την ηγεσία της Μεγάλης Πύλης. Ο ρόλος των Στοών και των Συλλόγων αναδεικνύεται στην αποτυχημένη προσπάθεια επίτευξης του Ελληνοθωμανισμού καθώς οι καταιγαιστικές εξελίξεις του Ρωσουτουρκικού πολέμου και η αναζωπύρωση των εθνικισμών δεν αφήνουν περιθώρια για συναινετικές προσεγγίσεις. Ήδη στο Βουλγαρικό έθνος, με αιχμή το εκκλησιαστικό και την αποσχιστική κίνηση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, δίνεται το έναυσμα για να βλαστήσει η ιδέα της Μεγάλης Βουλγαρίας που εξυπηρετούσε και τα συμφέροντα της Ρωσίας, όπως επιβλήθηκε με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Η κινητοποίηση των Ελληνικών συλλόγων της Κωνσταντινούπολης ήταν άμεση και το υπόμνημα που υποβλήθηκε στα συμβαλλόμενα μέρη εν όψει της Συνθήκης του Βερολίνου, μπορεί να ήταν συμβατό με τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων από την αυξανόμενη επιρροή της Ρωσίας στα Βαλκάνια, είχε τη δική του αξία και βαρύτητα καθώς εκπροσωπούσε ένα ισχυρό τμήμα του Ελληνισμού. Αν και το περιεχόμενο του υπομνήματος αντανακλά τη ρομαντική θεώρηση της Ελλάδας και της συνεισφοράς της στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, με ειδική αναφορά στο ρόλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην αναχαίτιση των εισβολών από την Ανατολή, συνιστά μέγιστο διπλωματικό μάθημα για τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας που συστηματικά επιδόθηκαν μεταπολεμικά στην απίσχναση ενός σημαντικού διπλωματικού προνομίου που οι γειτονικές χώρες αξιοποιούν σε κάθε ευκαιρία.

Η μελέτη του Γεωργίου Γκοβέση συνδυάζει τη γνώση των τεκμηρίων από τις πηγές, από έναν μελετητή με ευρυμάθεια σε θέματα της Οθωμανικής και Τουρκικής ιστορίας και πολιτικής, με την ικανότητα να συνθέτει με εύληπτο τρόπο τη δαιδαλώδη ιστορική διαδρομή της Βαλκανικής με τις συγκρούσεις, τις συνθήκες και τις αναδιατάξεις συνόρων να διαδέχονται με γρήγορους ρυθμούς. Ο συγγραφέας είναι πτυχιούχος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με μεταπτυχιακό δίπλωμα στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου. Υπαινικτικά αλλά άμεσα αντιληπτό στον αναγνώστη είναι το διακύβευμα που προκύπτει για τις τρέχουσες εξελίξεις που γίνονται κατανοητές και ως ένα βαθμό προβλέψιμες μέσα από την εμπέδωση του ιστορικού γίγνεσθαι.