Στον πρόσφατα εκδοθέντα καλαίσθητο τόμο με τίτλο «Κάποτε στην Ελλάδα» περιλαμβάνονται δεκαεπτά ιστορικά διηγήματα που συνδέονται με την πρώτη τριακονταετία του εικοστού αιώνα, μια περίοδο γεμάτη από γεγονότα εθνικής διάστασης. Το όλο εγχείρημα ανήκει στον Φιλολογικό Όμιλο Θεσσαλονίκης που εμπνεύσθηκε και κατευθύνει ο Αντώνης Χαριστός.

Για τον τόμο αυτό στο  ATHENS VOICE διαβάζουμε ότι «αφορά διηγήματα των μελών τα οποία περιστρέφονται γύρω από πραγματικά κοινωνικά γεγονότα, γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην Ελλάδα την περίοδο 1900-1930 […] Εν μέσω πολεμικών συρράξεων, τόσο των Βαλκανικών Πολέμων όσο και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα διευρύνει τα σύνορά της. «Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» αποκτά σάρκα και οστά για να καταλήξει στην καταστροφή της Σμύρνης και τον ξεριζωμό του ελληνισμού απ’ τις πατρογονικές του εστίες, σε Μικρά Ασία και Πόντο. Είναι η στιγμή κατά την οποία συγκροτείται η πρώιμη αστική τάξη και διαμορφώνονται τα ανώριμα, ακόμη, χαρακτηριστικά της εργατικής. Η έλευση των προσφύγων και η ανάμειξη των πολιτιστικών πραγματικοτήτων, δημιουργούν νέα αιτήματα στο κοινωνικό γίγνεσθαι».

Σε έξη διηγήματα του τόμου υπάρχει άμεση αναφορά και σύνδεση με τη Μικρασιατική Πληγή 1922. Στο δημοσίευμά μας εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας σε τούτα τα πεζογραφήματα.

Θα ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα  από την Εισαγωγή του Γ. Ορφανίδη (Υποψήφιου ∆ιδάκτορα  ΑΠΘ, σε συνεργασία  με το Πανεπιστήμιο της  Τουλούζης ΙΙ – ΠΕ 02, ΠΕ 34), που είναι μέλος του Ομίλου και περιέχεται διήγημά του στον τόμο.

«Στην  παρούσα  συλλογή μην  περιμένετε  να  βρείτε πληροφορίες  ιστορικού  περιεχομένου, όπως  θα δίνονταν  σε ένα  τυπικό  σύγγραμμα Ιστορίας  του Πανεπιστημίου. Εδώ, κυριαρχεί  το  ξεδίπλωμα  του  ταλέντου  επί  της  συγγραφής πεζού  λόγου. Η  Λογοτεχνία  στο  προσκήνιο, η  Ιστορία  στο παρασκήνιο. Άνθρωποι ποικίλων  προσλήψεων  και  πεποιθήσεων, μέλη μιας  πνευματικής  οικογένειας  που  ακούει  στο  όνομα   «Φιλολογικός  Όμιλος  Θεσσαλονίκης», διασταυρώνουν τις διαφορετικές  οπτικές  τους  προσεγγίσεις για  την Ελλάδα  του  1900-1930,  ενώνοντας  τις  ανησυχίες και  τους  λογισμούς  τους, με  απώτερο  σκοπό  την  τέρψη  διά του  ιστοριογραφείν  αλλιώς.  Η Ιστορία  δεν  είναι  ούτε  συνειρμοί, ούτε  αποτυπώσεις  επί   χάρτου χωρίς  νόημα, έπεα πτερόεντα  μιας  άλλης  εποχής, που ποσώς πλέον μας  ενδιαφέρουν,  καθώς  τελείωσαν. Η  Ιστορία  είναι ένας  αέναος  κύκλος  δράσης και αντίδρασης, όπου το όμοιο  θα συναντήσει  το  όμοιο,  διότι  οι  άνθρωποι επαναλαμβάνουν  τις  βουλές, τα λάθη, και  τα  πάθη  τους,  κινούμενοι  μεταξύ δικαίου  και  αδίκου,  φθοράς  κι  αφθαρσίας».

*

  Κάθε κείμενο προσεγγίζει με διαφορετικό τρόπο τη Μικρασιατική Πληγή του 1922. Ξεκινούμε την αναφορά μας  από το διήγημα του Αντώνη Ε. Χαριστού «Η αγχόνη του Πάγκαλου». Κατά κάποιο τρόπο παρουσιάζει τη γενικότερη ατμόσφαιρα της εποχής:

«Και τι δεν είδαν τα μάτια τους κείνες τις μέρες του ξεριζωμού. Μιλιούνια κατέφθαναν οι εκπατρισμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες στον λιμένα του Πειραιά. Ξεβράκωτοι, με μόνη περιουσία λίγα ρούχα κάτω από τη μασχάλη και τις αναμνήσεις, ολοζώντανες, ενός ανθηρού παρελθόντος στα κάδρα με τις πολύχρωμες αμφιέσεις και τα στολίδια στον λαιμό και τους καρπούς των χεριών να δηλώνουν την κοινωνική τους καταγωγή. Από το Αϊβαλί έως τη Σμύρνη, κι από τη Θράκη έως τον Πόντο, οι μέρες δόξας έδωσαν τη θέση τους στα καπνισμένα πρόσωπα των εκδιωγμένων και τα δέρματα κολλημένα στα κόκαλά τους, να τονίζουν την πείνα που θέριζε τα στομάχια τους. Κι εδώ, στη μητέρα πατρίδα, οι υπεύθυνοι της συμφοράς να κρύβονται πίσω από τους εξαφανισμένους κυβερνήτες και τις πολιτικές αποδράσεις. Οι πολιτικάντηδες ν’ ανεβοκατεβαίνουν στα κυβερνητικά κλιμάκια με ταχύτητα φωτός και τους κομματικούς σχηματισμούς, που βαστούσαν στα χέρια τους τις τύχες της χώρας, να αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Οι βασιλικοί έριχναν το ανάθεμα στους βενιζελικούς‧ οι βενιζελικοί επέστρεφαν το ανάθεμα στους βασιλικούς‧ κι όλοι μαζί βούλιαζαν τη χώρα στις αιμάτινες λίμνες χιλιάδων σφαγιασθέντων από τον φανατισμό των Τούρκων. Σούσουρο μεγάλο και οχλοκρατία δάμαζε τα πλήθη τούτες τις μέρες. Μέχρι να ανακηρυχτεί η Δημοκρατία από τον Παπαναστασίου, βολόδερνε η Ελλάς από τα κατασταλτικά μέτρα καθ’ άπασα την επικράτεια της επαναστατικής επιτροπής του Νικόλαου Πλαστήρα και τις απόπειρες αποκατάστασης της βασιλικής εξουσίας υπό ομάδος φίλα προσκείμενων αξιωματικών» (σελ. 19).

Η δομή της κοινωνίας – οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική – κυριαρχεί στα λεγόμενα ιστορικά κείμενα. Χαρακτηριστικά για τούτο είναι τα δύο διηγήματα που ακολουθούν. Το πρώτο διήγημα με τον τίτλο «Ο Νικολής» είναι του Αγγελή Μαριανού, με προσέγγιση θα λέγαμε κοινωνικο-πολιτιστική:

«Ο Νικολής φόρτωνε την υπάκουη χειράμαξα του Σιφναίου. Δρασκέλιζε την πόρτα τού τυπογραφείου, απίθωνε τα δέματα προσεκτικά και αργά αργά επέστρεφε ως την είσοδο. Μόλις περνούσε το κατώφλι, αμέσως άνοιγε το βήμα να πάρει το επόμενο πακέτο και σβέλτα πίσω ως την εξώπορτα, ώσπου, εκεί, έκοβε ξαφνικά και πάλι τον ρυθμό. Έξω από το μαγαζί, στο ένα και μοναδικό τραπέζι κάθονταν δύο νομα­ταίοι, ο Κων­σταντής με τον Μάρκο. Ο Νικολής φόρτωνε με το πάσο του και έστηνε αυτί να τους ακούσει. Οι έφεδροι, έλε­γαν, επέστρε­ψαν από τον ελληνο­τουρκικό πόλεμο και γύ­ρευαν να φτιάξουν έναν κόσμο καλύτεροΘα βγάλουν είπε ο Κωνσταντής και τη δι­κή τους τη φυλλάδα με εκδότη διευ­θυντή τον έφεδρο Μυρι­βήλη κι είναι πολλοί από δαύτους. Στη στρατιωτική διοίκηση μέ­τρησαν δεκαπέντε χιλιάδες επαναπα­τρι­σμένους. «Περισσό­τε­ροι κι από τους έφεδρους είναι οι πρό­σφυγες της Σμύρνης» του απάντησε ο Μάρκος «και η ζωή στις νέες χώρες είναι σκληρή για δαύτους. Κο­ντεύουν τις πε­νή­ντα χιλιάδες ψυχές οι δύ­στυ­χοι κι όλοι μαζί είναι περισ­σό­τεροι και απ’ τα λιόδεντρα του νησιού». Ο πό­λεμος το ένα ο πόλεμος το άλλο, ίδιες κουβέντες άκου­γες παντού. «Άλλους πολέμους να μη ζήσουμε, Κωνστα­ντή» είπε μετά από ώρα ο Μάρκος και κούνησε το κεφάλι του προς τα πάνω, σαν να έδινε το σύνθημα να σηκωθούν να φύγουν. Ο Νικολής χαιρέ­τησε και συνέχισε να φορτώνει σβέλτα, κι ακό­μα πιο γρήγορα, να μην τον δουν οι γέροντες πως βούρ­κωσε γιατί έφερε στον νου του τον πατέρα, πως ήταν λέει αιχ­μά­λωτος στη Μικρασία. Όλοι τού ’λέγαν πως επέθανε, μα εκεί­νος τον σκεφτόταν ζωντανό να καρτερεί για την απελευθέ­ρω­ση […] Μόλις γύρισε στο γραφείο του ο Σιφναίος, ο Νικολής ο πα­ραγιός, έπιασε στα χέρια του το πρώτο φύλλο της νέας τετρα­σέλιδης εφημερίδας και μιμήθηκε το αφεντικό. Διάβασε την ημερομηνία, Τρίτη 27 Μαρτίου 1923/Διευθυντής έκδοσης: Στρα­τής Μυριβήλης. Μια ημέρα, μια Κυριακή θα τη δια­βάσω, σκέφθηκε κι αμέσως έκαμε έναν σταυρό με σπάγκο σαν να την ευλογούσε και έδεσε τα πρώτα 50 φύλλα σε δέμα με δια­στάσεις 0,36x0,55. Απέθεσε το πακέτο έξω από το τυπο­γρα­φείο τού Σιφναίου, επάνω στο τραπέζι, που συνήθως κάθο­νταν περαστικοί και πελάτες. Έλαμπε ο ήλιος κι ο Νικολής ξυπόλυτος ένοιωσε ζεστό το χώμα, καθώς φόρτωνε στο ποδή­λα­το το δέμα με τις εφημερίδες. Κοίταξε τα πλατιά του πέλ­ματα, τα χρήσιμά του πόδια και αμέσως πήδησε κι έπιασε το πε­τάλι να φτάσει στα γραφεία της ΚΑΜΠΑΝΑΣΉταν το πρώτο φύλλο και σίγουρα θα του έδιναν ρεγάλο, σκεφτόταν καθώς έκανε μανούβρες ν’ αποφύγει τις λακκούβες, όπως ο άνε­μος γλιστρούσε στα σοκάκια» (σελ. 49 – 51)

«Στο καπηλειό» επιγράφεται το επόμενο διήγημα του τόμου, έργο  του Κώστα Λίχνου. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση, κοινωνικο-οικονομική:

«Δεν βαριέσαι όμως, ποιος θα μπορούσε σήμερις να με ψέξει; Ποιο νοικοκυριό δεν είναι χρεωμένο μέχρι τα μπούνια στο μανάβη ή το μπακάλη; Στις λαϊκές αγορές, που άρχισαν να στήνονται εφέτο για να παρακαμφθεί η κερδοσκοπία των μεσαζόντων, πιότερους να ζητιανεύουν βλέπεις παρά να γυρνάνε με το καλάθι στο χέρι πρόθυμοι να ψωνίσουν. Χώρος μαζικής επαιτείας εγίνηκαν οι λαϊκές. Κι όταν επήγε ο Βενιζέλος στην αγορά της πλατείας Θησείου, για να κάμει τα ψώνια του και να στηρίξει έτσι το νέο θεσμό, κατέληξε να τα μοιράζει στους απόρους που εμαζεύονταν γύρω του σαν αλαφιασμένο μελίσσι. Χαμός είχε γίνει στον τύπο την επομένη, για τον ξεπεσμό του χύδην όχλου που έτεινε τας χήρας στον πρωθυπουργό διά βοήθειαν. Έτσι έχει η κατάστασις δυστυχώς, και δεν ξεχωρίζω εγώ απ’ τους άλλους, επειδής αντίς να χρεωθώ στους μπακάληδες χρεώθηκα στους οινοπώλες.

Όχι πως είμαι και κανένας σεσημασμένος χρεώστης, μην τα παραλέμε. Η κατρακύλα μου ξεκίνησε προσφάτως, μιαν αφορισμένη Δευτέρα προ δύο μηνών όπου με σχολάσαν απ’ τη δουλειά. Φορτοεκφορτωτής στον λιμένα του Περαία ήμανε, χαμάλης δηλαδής, μα έβγαζα τουλάχιστον τα προς το ζην. Απ’ όταν απολύθηκα και εισέτι, απέμεινα άφραγκος, να γυρίζω αργόσχολος σαν την άδικη κατάρα. Κι όταν δεν σε χωρά ο τόπος και δεν έχεις με κάτι να καταπιαστείς, τι άλλο σου μένει να κάμεις παρά να πας στο καπηλειό; Έτσι για να πιεις δυο γουλιές κρασί και ν’ απολησμονήσεις τα χάλια σου» (σελ. 79 – 80).

Θα ολοκληρώσουμε την προσέγγισή μας με συνοπτική αναφορά στα άλλα τρία διηγήματα που σχετίζονται με τη Μικρασιατική Πληγή 1922.

«Ανηδονία στο επίκεντρο του κόσμου», του Γιώργου Ορφανίδη: Προβάλλεται ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Σμύρνης και της Ανατολής. Οι ξένοι συμμετέχουν στη ζωή και στα δρώμενα της περιοχής.

«Το αίσθημα που σε κάνει να μη γεύεσαι πλήρως καμιά χαρά της ζωής, να μη βρίσκεις  την ευτυχία ούτε στα μεγάλα ούτε στα μικρά, να αλλάζεις συνεχώς επιθυμίες και προσδοκίες, με την ελπίδα ότι θα βρεις αυτό που θα γεμίζει για καιρό την ψυχή σου» (σελ. 162).

«Όταν τα όνειρα ακολουθούν δικά τους μονοπάτια», της Μάντυ Τσιπούρα. Αγωνία και αγώνας για την προσαρμογή των προσφύγων στο νέο περιβάλλον. Τα όνειρα των νέων γυναικών δεν παραδίνονται – παλεύουν στις νέες συνθήκες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι ένα πεδίο στο οποίο μέσα από αντιξοότητες η γυναίκα διακρίνεται.

«Η φωνή της γυναίκας, παράπονο, θρήνος, διαμαρτυρία, γεμίζει την ατμόσφαιρα κι ολοένα γίνεται πιο δυνατή και πιο επίμονη» (σελ. 264).

Το τελευταίο διήγημα της προσέγγισής μας αποτελεί μια συνολική προσέγγιση της Μικρασιατικής Πληγή 1922. «Η ζωή μου στη Σμύρνη ένας μπόγος αναμνήσεις», του Δημήτρη Καραγεωργίου: «Εκείνο το πρωινό δεν ήταν σαν τα άλλα. Ένα στρώμα καπνού είχε εισβάλει στον ορίζοντα. Πλήθος κόσμου είχε ξεχυθεί στους δρόμους και οι φωνές απελπισίας είχαν σκορπίσει σε κάθε μήκος και πλάτος της πόλης […] Ο ξεριζωμός του χριστιανικού κόσμου είχε δρομολογηθεί και η μεγάλη πυρκαγιά εκτυλισσόταν μπροστά στα παιδικά μου μάτια» (σελ. 319).

Η φυγή, η αναζήτηση νέας πατρίδας και η νέα αρχή.

«Η απώλεια, η μοναξιά και η φτώχεια βρήκαν καταφύγιο στην αγάπη και τη φροντίδα για τον συνάνθρωπο» (σελ. 325).

Οφείλω να συγχαρώ τους συγγραφείς όλων των κειμένων – όχι μόνο των έξη που προσέγγισα στο κείμενό μου – τον Φιλολογικό Όμιλο Θεσσαλονίκης και τις εκδόσεις Γράφημα για το παρόν έργο. Αναμένω τις επόμενες δεκαετίες…

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΑΝΘΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2022