Πρὸς τὸν Ἱερὸ Κλῆρο καὶ τὸν εὐσεβῆ Λαὸ

τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

 

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα ἀδελφοί,

Ὁ Χριστός πάνω στό Σταυρό.

Αὐτός πού δίδαξε τήν σεμνότητα εἶναι γυμνός μπροστά στούς σταυρωτές καί σέ ἐκείνους πού παρακολουθοῦν τό μαρτύριο Του.

Αὐτός πού ἀποκάλυψε τήν ἀληθινή πίστη στόν ἀληθινό Θεό, βλέπει νά παίζουν στά ζάρια οἱ στρατιῶτες τόν ἄρραφο χιτώνα Του.

Ὁ Μεγάλος διδάσκαλος πού εἶχε ἕνα πλῆθος μαθητῶν, πού τόν ἄκουαν καί τόν ἀκολουθούσαν ἀπό τόπο σέ τόπο, τώρα βρίσκεται μόνος ἀνάμεσα σέ δύο ληστές.

Σ΄ Αὐτόν πού ὀνόμασαν βασιλέα ἔδωσαν γιά θρόνο τόν ξύλινο Σταυρό.

Αὐτός πού ἦρθε στήν γῆ γιά νά χαρίσει στούς ἀνθρώπους τήν ζωή, δοκιμάζει σταυρικό θάνατο.

Ἔως ἐκείνη τήν Παρασκευή, τήν ὁποία ἐμεῖς ὀνομάζουμε Μεγάλη Παρασκευή, γιατί τά γεγονότα πού ἔλαβαν χώρα αὐτήν τήν ἡμέρα εἶναι μεγάλα καί θαυμαστά, ὁ κόσμος δέν γνώριζε τήν λέξη συγχώρηση, παρά μόνο τήν δικαιοσύνη, τήν ἐκδίκηση, τήν βεντέτα, τό «ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ» καί τό «ὀδόντα ἀντί ὀδόντος».

Στόν Γοργοθᾶ ἔγινε ἡ μεγαλύτερη ἐπανάσταση. Ὁ Χριστός σπάει τόν φαῦλο κύκλο τῆς ἐκδίκησης. Τώρα πλέον μπαίνουν στήν ἱστορία ἄλλες λεξεις καί πραγματικότητες.

Ἡ ἀγάπη, ἡ συγχώρηση, τό ἔλεος.

Ὁ Χριστός πάνω στό Σταυρό νιώθει ἀφόρητους πόνους, ἀλλά ὁ πόνος γιά τό κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀκόμη πιό ἀφόρητος. Ὅμως μέσα στήν ὀδύνη ἀναφωνεῖ για τούς σταυρωτές Του, «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Μαζί μέ τόν Χριστό σταυρώθηκαν καί δύο ληστές. Δέν ἔχουν μάθει τίποτε ἄλλο στή ζωή τους παρά μόνο νά βλασφημοῦν, νά σκοτώνουν, νά ληστεύουν.

Στήν καρδιά τοῦ ἐκ δεξιῶν ληστῆ γίνεται σεισμός. Ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τήν κεκρυμμένη θεότητα. Μέ μιά γλυκιά προσδοκία ἐναποθέτει τήν ἐλπίδα του στόν σταυρωμένο θεάνθρωπο.

«Μνήσθητι μου Κύριε ὅταν ἔλθεις ἐν τῇ βασιλεία Σου». Λόγος ἑνός ληστή πού ἀπό τότε ἔγινε ἡ προσευχή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν.

Δύο σταυροί στημένοι δεξιά καί ἀριστερά τοῦ Χριστοῦ φαινομενικά ἴδιοι, ὅμως ὁ ἕνας γίνεται σωτήριος, ὁ ἄλλος καταδίκη. Τελικά, σέ ἕναν Γολγοθᾶ κρίνεται ὅλη ἡ οἰκουμένη, ποία θέση παίρνει ὁ καθένας μας ἀπέναντι στόν Χριστό, τοῦ μετανοοῦντος ἤ τοῦ ἀμετανόητου ληστῆ.

Σέ ἕνα δίστιχο τῆς ἀκολουθίας τῶν Παθῶν ἀκούσαμε χθές βράδυ νά λέει ἡ Ἐκκλησία. «Κεκλεισμένας ἤνοιξε τῆς Ἐδὲμ πύλας, βαλὼν ὁ ληστὴς κλεῖδα τό, μνήσθητί μου».

Ἄνοιξε ὁ ληστής τήν πόρτα τοῦ παραδείσου νά κλέψει καί τοῦ κλέψαν τήν καρδιά λέει ἕνας ποιητής.

Ὁ Παράδεισος γιά αἰῶνες ἦταν κλειστός. Δέν ὑπῆρχε τό κατάλληλο κλειδί γιά νά ἀνοίξει ἡ πόρτα τοῦ παραδείσου. Καί νά πού ὁ ληστής τό βρῆκε. Ἦταν τό «μνήσθητί μου». Αὐτό τό μνήσθητί μου ἄς γίνει καί τό δικό μας κλειδί γιά τήν σωτηρία μας ἀδελφοί.

Καλή Ἀνάσταση.

Διάπυρος πρός τόν Παθόντα καί Ταφέντα Κύριον εὐχέτης

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ