Της Άννας Φάλταιτς**

Θα σας μιλήσω για τον παππού μου, τον δημοσιογράφο, λογοτέχνη και ερευνητή της περιόδου του Μεσοπολέμου, Κώστα Φαλτάϊτς, και για το έργο του αναφορικά με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή.

Ας ξεκινήσουμε πηγαίνοντας περίπου 100 χρόνια πίσω, τον Νοέμβριο του 1921. Το μέτωπο έχει ήδη βαλτώσει και έχει αρχίσει να καταρρέει και η ελληνική κυβέρνηση έχει δώσει εντολή να εκκενώσουν την περιοχή οι δημοσιογράφοι που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του ελληνικού στρατού.

Ο πολεμικός απεσταλμένος της εφημερίδας «Εμπρός» Κώστας Φαλτάϊτς, που ήταν γνωστός στο αθηναϊκό κοινό από τις ανταποκρίσεις που έστελνε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων από το θωρηκτό Αβέρωφ και τα άλλα πολεμικά μας πλοία, επιστρέφει στην Αθήνα και εκδίδει αμέσως ένα βιβλιαράκι 60 περίπου σελίδων, που περιλαμβάνει μαρτυρίες επιζώντων των σφαγών που συντελέστηκαν στην περιοχή της Νικομήδειας από τους τσέτες του Μουσταφά Κεμάλ το 1920.

Το βιβλίο, που έχει τίτλο «Αυτοί είναι οι Τούρκοι- Αφηγήματα των Σφαγών της Νικομήδειας», περιλαμβάνει ορισμένες από τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε ο Φαλτάϊτς από Έλληνες και Αρμένιους επιζώντες των σφαγών, ενόσω ο ίδιος κάλυπτε δημοσιογραφικά την προέλαση του στρατού μας στην περιοχή της Βιθυνίας. Το βιβλίο προκάλεσε τόση αίσθηση, που όχι μόνο μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως στα γαλλικά (μάλιστα εκδόθηκε δύο φορές, την πρώτη το 1922 και τη δεύτερη το 1923), αλλά αξιοποιήθηκε και από το υπουργείο Εξωτερικών ως εργαλείο για τη στήριξη των ελληνικών θέσεων στις διεθνείς συνόδους που καθόριζαν τις τύχες της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας.

Ο Φαλτάϊτς έφτασε στην Μικρά Ασία στα τέλη Μαρτίου του 1921, προκειμένου να καλύψει τις κινήσεις του Γ’ Σώματος Στρατού. Στο πρώτο του ρεπορτάζ, από την Προύσα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο «Εμπρός» την 1η Απριλίου του 1921, φαίνεται η διάθεσή του να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός ως προς τα γεγονότα –πολεμικά και ανθρωπιστικά- που έβλεπε να εκτυλίσσονται μπροστά του, μην παραλείποντας από την πρώτη κιόλας ημέρα να αναφερθεί στους «αληθείς Τούρκους πατριώτες», όπως έγραφε, που ανησυχούσαν και αυτοί για την τύχη της πατρίδας τους.

Η «ακτίνα δράσης» του εκτεινόταν από την Προύσα μέχρι σχεδόν την Άγκυρα.

Όπως εξηγούσε ο ίδιος σε άρθρο του στην Εθνική το 1936, «Είχα σταλή να παρακολουθήσω την Μεραρχία της Νικομηδείας, ως απεσταλμένος του «Εμπρός» του μακαρίτη Καλαποθάκη. Μέσα στην πόλιν της Νικομηδείας η ζωή είχε μεγάλην ποικιλίαν. Γιατί η πόλις ήτο κοσμική και γιατί ενηλλάσσετο η κοινωνική ζωή με την ζωή των συμπλοκών που εγίνοντο τριγύρω. Όταν εκουραζόμουν από τον θόρυβο της πόλεως έπαιρνα ένα άλογο και ετραβούσα στο Φάκτορι, ολίγα χιλιόμετρα έξω από την Νικομήδειαν που αι συμπλοκαί ήσαν συνεχείς, ή με το αυτοκίνητο έφθανα ως το Αδά Παζάρ. Και όταν ήθελα μεγαλύτερη πολεμική ποικιλία εναύλωνα μια βάρκα και ετραβούσα κατά το Μπαχτσεζίκ. Ήτο δε μεγίστη η ποικιλία γιατί μερικές φορές εδεχόμουν πριν φθάσω ως το Σεϊμέν, την σκάλαν του Μπαχτσεζίκ τις σφαίρες των Τούρκων που εκαιροφυλακτούσαν. Ήσαν έξω στην παραλία κρυμμένοι στα δένδρα σε ολίγην απόστασιν δεξιά ή αριστερά και δεν εσκόπευαν άσχημα. Αυτή η ποικιλία ήτο επικίνδυνος, αλλά γι’ αυτό το ενδιαφέρον της μεγάλο και έστελλα πολεμικάς ανταποκρίσεις μέσα από το… υγρόν πεδίον της μάχης, που εδημοσιεύοντο εις το «Εμπρός» και έκαναν τότε τόσην εντύπωσιν».

Αυτά τα ρεπορτάζ -που θα πρέπει να σημειωθεί ότι έφταναν με καθυστέρηση στην Αθήνα, αφού έπρεπε να περάσουν πρώτα από τη στρατιωτική λογοκρισία- περιλαμβάνουν πολύτιμες πληροφορίες για το προσφυγικό κύμα στη Νικομήδεια, για την απάνθρωπη πολλές φορές μεταχείρισή τους από τις Αρχές, οι οποίες υποτίθεται ότι μεριμνούσαν για την ανακούφιση των πληθυσμών που είχαν υποστεί τις σφαγές και τις διώξεις, για τη γεωγραφία και την ιστορία των περιοχών γύρω από τη Νικομήδεια, ακόμα και για την κατάσταση των Τούρκων. Και όλα αυτά τυπωμένα, σε χαρτί, για να μπορέσει να τα μελετήσει και ερευνήσει πλέον οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος.

Έτσι, μέσα από αυτά τα ρεπορτάζ, που δημοσιεύονταν εναλλάξ με τις περιγραφές μεγάλων μαχών του ελληνικού στρατού, έχουμε:

-τον κατάλογο με τα ονόματα όλων των μελών 80 και πλέον οικογενειών που σφαγιάστηκαν τον Αύγουστο του 1920 στη Νίκαια,

-μαθαίνουμε την ιστορία της σφαγής στο Φουλατζίκ μέσα από τα τραγούδια των πολεμιστών-προσφύγων, («Οι κεμαλικοί κατέβηκαν από τ’ αλώνια, κι’ ημέρα Τρίτη πάτησαν το Φουλαζίκ. Διάλεξαν τις ωραίες μας και τις έβαλαν γυμνές στο χορό. Έθαψαν τα παιδιά μας ολοζώντανα, τους άνδρες έκαψαν στην εκκλησιά, και στου παπά το στόμα πέρασαν χαληνάρι», έλεγε το ένα τραγούδι)

-μέσα από τη μαρτυρία της Ελένης Βαφειάδου μαθαίνουμε για το πώς εξοντώθηκαν από τους τσέτες 5.000 Έλληνες στις Λεύκες από τον Ιούνιο του 1920 –αλλά και πώς γονείς αναγκάστηκαν να σκοτώσουν οι ίδιοι τα παιδιά τους για να σωθούν και αυτά αλλά και οι ίδιοι από τα φριχτά βασανιστήρια των τσετών (ο Φαλτάϊτς δίνει ορισμένα ονόματα παιδιών και μιλά για εκατοντάδες ακόμα που είχαν αυτή τη μοίρα)

-οι συνεντεύξεις με Αρμένιους μητροπολίτες αλλά και απλούς πολίτες παρέχουν στοιχεία για τη δική τους φρικτή εξόντωση

-εξίσου σημαντικό με το δράμα όλων εκείνων των ανθρώπων που σώθηκαν από το μαχαίρι του τσέτη για να πέσουν στην αδιαφορία έως και απανθρωπιά φορέων που υποτίθεται πως θα μεριμνούσαν για αυτούς, είναι πως μαθαίνουμε και στοιχεία για τους δράστες της γενοκτονίας. Για παράδειγμα, σε ρεπορτάζ τις 16ης Ιουνίου του 1921 για το «κακούργο» όπως το χαρακτηρίζει Καραμουσάλ, γράφει πως «ο πολιτικός διοικητής του Καραμουσάλ, Τζεμάλ-βέης είχεν εξαπολύσει με τους συναρχηγούς του Ρεφίκ βέη, Ντεμίρ βέη, Νταβούτ τσαούς, και με τας συμμορίας του και των στρατόν του την πυρκαϊάν και την σφαγήν εις τας ελληνικές πόλεις και κωμοπόλεις Κοντζέ, Νεοχώρι, Καρατεπέ, Ηράκλειαν, Λεύκας, Νίκαιαν, Φουλατζίκ, Κίρκ-Χαρμάν». Προς τιμήν του, δεν κρύβει πως και η ελληνική πλευρά προέβη σε ωμότητες, αν και δεν έγιναν κατόπιν συγκεκριμένου σχεδίου, αλλά κυρίως ως πράξεις αντεκδίκησης. Στο ίδιο ρεπορτάζ, γράφει πως «Παρεδόσαμεν εις τας φλόγας το Ασάρκιοϊ και το Τατάρκιοϊ και το Καζικλί και την Δάφνην και το Ερεκλί»(…) «Έπειτα ήλθε το Καραμουσάλ, το μεγάλο Καραμουσάλ, το υπερήφανο Καραμουσάλ, το πλούσιον Καραμουσάλ, το κακούργο Καραμουσάλ», όπου «η τιμωρός φωτιά την ισοπέδωνε και μέγαρα, επαύλεις, εργοστάσια, βιομηχανικαί εγκαταστάσεις, εξέδραι, πλοία απετεφρούντο και εφώτιζον την θριαμβευτικήν και τιμίαν εργασίαν της αγιωτέρας των τιμωριών».

Εδώ θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω πως με αυτά τα συγκεκριμένα ρεπορτάζ ο Κώστας Φαλτάϊτς πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, καθώς εξασφάλισε πως τα ονόματα των θυμάτων –αλλά και ορισμένων εκ των δραστών- δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

Ως πολεμικός ανταποκριτής δεν θα μπορούσε να μην περιγράψει και σκηνές στρατιωτικές. Όμως, φαίνεται πως η ψυχολογία του πολέμου είναι κάτι που τον ενδιέφερε περισσότερο από την περιγραφή μαχών –όσο εντυπωσιακές και αν ήταν αυτές.

Ανάμεσα στα ρεπορτάζ για την προέλαση και τις μάχες σε Αφγκίν, Κιουτάχεια, Τουλού Μπουνάρ, Κιοπρού Χισάρ, Μπιλεζίκ, μαθαίνουμε για την ψυχολογία του φαντάρου, του αξιωματικού, για τις αντιξοότητες που έριχναν τον ηθικό, αλλά και τις μικρές χαρές που μπορούσαν να αναπτερώσουν το φρόνημα.

Έτσι πληροφορούμαστε:

-για την έλλειψη ακόμα και του στοιχειώδους που θα βοηθούσε τους φαντάρους μας να περάσουν τις ατελείωτες ώρες αναμονής και αδράνειας μεταξύ μαχών, που τους καταρράκωναν –δηλαδή ένα βιβλίο, μια εφημερίδα, ή απλώς ένα τσιγάρο («Αν είχαμε ένα τσιγάρο και μια εφημερίδα θα την είχαμε πάρει τώρα την Άγκυρα» έλεγαν με παράπονο οι στρατιώτες, όπως έγραφε ο Φαλτάϊτς σε ρεπορτάζ τον Σεπτέμβριο του 1921),

-για την φοβερή αισχροκέρδια στις περιοχές απ’ όπου περνούσε ο ελληνικός στρατός («εις την Προύσαν ένα πιάτο σούπα φασόλια έχει δυο δραχμάς, μια εφημερίς πενήντα λεπτά, το γιάλισμα των υποδημάτων όσο δεν είνε δυνατόν να φαντασθήτε», αναφέρει σε σχετικό του ρεπορτάζ, καταλήγοντας πως η κυβέρνηση πρέπει να προσέξει δυο σημεία: τον αφοπλισμό των Τούρκων της κατεχόμενης ζώνης και την επιβολή διατιμήσεων).

-για την πείνα του στρατεύματος και τις ζωοκλοπές που είχαν γίνει συχνό φαινόμενο («-Σαρδελλίτσες εγώ δεν τρώω. Θα πάω για καμμιά κοτίτσα.» έλεγε ένας φαντάρος)

-για την παντελή έλλειψη γεωγραφικής αντίληψης των απλών φαντάρων («Κάποιος φαντάρος με ηρώτησε, με την μεγαλειτέραν αφέλειαν, πότε θα εφθάναμεν εις την Σαχάραν, και οι στρατιώται, οι οποίοι ενόμιζον ότι η Μικρασιατική έρημος ήτο το πρόθυρον της μεγάλης αφρικανικής ερήμου δεν ήσαν διόλου ολίγοι», έγραφε ο Φαλτάϊτς)

Ο ίδιος μέσα από τα ρεπορτάζ του προσπαθούσε –μάταια όπως αποδείχθηκε τελικά- να εμψυχώσει το στράτευμα, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται καθαρά τα καταστροφικά αποτελέσματα του διχασμού. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος δημοσιεύματος της 10ης Αυγούστου του 1921: «Είμεθα όλοι αντικεμαλικοί!».

Θα πρέπει να αναφέρουμε πως ο Κώστας Φαλτάϊτς τραυματίστηκε από θραύσμα οβίδας κατά τη διάρκεια αεροπορικής επίθεσης στις 15 Αυγούστου του 1921 στο Ιρνλάρ Κατραντζή. Μαζί του τραυματίστηκε και ο συνάδελφός του των «Χρονικών», Στρατής Κτεναβέας. Ωστόσο, όχι μόνο δεν έκανε ο ίδιος καμία αναφορά στον τραυματισμό του-ούτε καν ενημέρωσε την εφημερίδα για την οποία εργάζονταν, παρά μόνο η πληροφορία μαθεύτηκε από άλλους τραυματίες στρατιώτες- αλλά αρνήθηκε να εγκαταλείψει το μέτωπο. Έτσι, συνέχισε να στέλνει ανταποκρίσεις, μέχρι τον Νοέμβριο του 1921, όταν και το κράτος έδωσε εντολή να εκκενώσουν την περιοχή όλοι οι δημοσιογράφοι.

Με την επιστροφή του, λοιπόν, στην Αθήνα τον  Νοέμβριο του 1921, εξέδωσε αμέσως το βιβλίο με τίτλο «Αυτοί είναι οι Τούρκοι –Αφηγήματα των σφαγών της Νικομήδειας», που περιλαμβάνει μαρτυρίες από τους επιζώντες των σφαγών των περιοχών Φουλατζίκ, Νίκαια, Καρά Τεπέ, Φουντούκλια, Κονζές, Λεύκες, Ορτάκιοϊ, Καρασού. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια του Φαλτάϊτς να αποκαταστήσει την αλήθεια σε σχέση με τις έρευνες της Διασυμμαχικής Επιτροπής το 1921 για τα εγκλήματα που τελέστηκαν από την πλευρά των Ελλήνων κατά των Τούρκων, θεωρώντας πως η έρευνα δεν ήταν αμερόληπτη, αφού δεν δόθηκε επαρκής χρόνος στους Έλληνες να παρουσιάσουν τις σφαγές που υπέστησαν οι ίδιοι.

Όπως ανέφερε στον πρόλογο του βιβλίου αυτού, η επιτροπή «(…) σε τρεις ώρες μέσα εδέχτηκε και άκουσε και εξέτασε τις επιτροπές εβδομήντα σχεδόν Ελληνικών, Αρμενικών και Κιρκασιακών χωριών και πολιτειών που είχαν πάθη και σφαγιασθή από τους Τούρκους. Η επιτροπή ρωτούσε δυο λόγια τους παπάδες και τους προέδρους των χωριών ύστερα έλεγε:

-Καλά, καλά, να έρθουν άλλοι.

Τι θα μάθαιναν στην ολιγόλεπτην αυτήν εξέταση που έκαναν για τους σφαγιασμούς χιλιάδων ανθρώπων και πως θα εσυγκινόνταν τα ίδια τα μέλη της επιτροπής από τα δυο λόγια μόνο που άφιναν τους παθιασμένους ανθρώπους να τους πουν! (…)».

Βρισκόμαστε πια στο 1922, στην Αθήνα. Ενυπόγραφα ρεπορτάζ ή άρθρα του Φαλτάϊτς δεν βλέπουμε στην εφημερίδα «Εμπρός», παρά μόνον στα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν ξεκινάει για τα καλά το δράμα της Θράκης. Ωστόσο, έχουμε ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο: το προσωπικό του ημερολόγιο, που ο ίδιος τιτλοφόρησε «Πώς Απέθανεν η Μικρά Ασία», και το οποίο καλύπτει περίοδο περίπου δύο εβδομάδων πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή (από τις 24 Αυγούστου έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1922 με το παλαιό ημερολόγιο). Περιλαμβάνει  άγνωστες πληροφορίες για το πολιτικό και δημοσιογραφικό παρασκήνιο των ημερών που οδήγησαν στην Καταστροφή της Σμύρνης, κάνει αναφορές σε γεγονότα που λίγοι σήμερα θυμούνται, αποκαλύπτει διαλόγους με πρόσωπα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, δίνει μια «γεύση» από το κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες. Οι πληροφορίες που περιέχει έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξία, όχι μόνον επειδή γράφτηκαν από έναν δημοσιογράφο που έζησε τα γεγονότα, αλλά επίσης, ακριβώς επειδή πρόκειται για προσωπικές καταγραφές και βιώματα που δεν σκόπευε ποτέ να δημοσιοποιήσει, δεν έχουν υποστεί καμία παρέμβαση, ωραιοποίηση ή λογοκρισία.

Το ημερολόγιο δίνει μια εξαιρετικά ρεαλιστική εικόνα για το κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα τις ημέρες που οδήγησαν στην Καταστροφή της Σμύρνης:

– για την αδιαφορία της Αθήνας (κυβέρνησης και λαού) για την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου και την επερχόμενη καταστροφή, καθώς την ώρα που η Σμύρνη σφάζονταν και καίγονταν ολόκληρη, στην Αθήνα η ψυχαγωγία συνεχίζονταν ως να μην συμβαίνει τίποτα.

-για τη λογοκρισία και τις διαψεύσεις της κυβέρνησης για τις σφαγές στη Σμύρνη παρά το μεγάλο κύμα προσφύγων,

-για την έλλειψη σχεδιασμού ως προς την έξοδο του Στρατού αφού φαινόταν καθαρά πως έχει χαθεί ο πόλεμος,

-για τη στάση της κυβέρνησης έναντι των στρατιωτών που γυρνούσαν από το μέτωπο,

-για τη φιλοτουρκική στάση και προπαγάνδα στον γαλλικό τύπο,

-για τα εμπόδια που έβαζε η Ελληνική κυβέρνηση στη δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων της Μικράς Ασίας και της ανταλλαγής πληθυσμών,

-πληροφορίες προσφύγων από τη Σμύρνη για τις σφαγές αλλά και για τη στάση του Στεργιάδη και την φυγή του στρατού.

Σας διαβάζω ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Στην καταχώρηση της 1ης Σεπτεμβρίου 1922 διαβάζουμε πως :«Τα θέατρα σήμερα την νύχτα είναι πάλι ανοιχτά και παίζουν. Ο κόσμος στο θέατρο της Κυβέλης όπου παίζουν την «Κέτσεν Σίμμυ» γελά και η μουσική χτυπά εύθυμα τραγουδάκια. Μπήκα μέσα να δω την ψυχαγωγία του κόσμου και έφυγα αηδιασμένος. Είναι, λοιπόν και αι Αθήναι η άτιμη και πουλημένη πόλις που προορίζεται να καταστραφή με τη σειρά της και αυτή, αφού δεν αισθάνθηκε την συγκίνηση της καταστροφής της μεγαλυτέρας ύστερα από αυτήν ελληνικής πόλεως και την σφαγήν και καταστροφήν όλου του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Η αηδία μου ήταν περισσότερον από μεγάλη και μου ήρχετο διάθεσις να κάνω εμετόν».

Μια ημέρα νωρίτερα, έγραφε πως «Η δεσποινίς Μέλπω, μια τόσον γνωστή μου δεσποινίς, που την είδα στην οδόν Αιόλου, μου είπε.-Δεν ξεύρεις πόσο είμαι λυπημένη… Τα υφάσματα διαρκώς ακριβαίνουν. Αυτή είναι ακόμη αλοίμονον η ψυχολογία του κόσμου. Τραγουδά, ενώ καίεται το διπλανό σπίτι του λέγοντας: -Τι με νοιάζει εμένα. Μήπως είναι δικό μου το σπίτι;»

Στην καταχώρηση της 30ης Αυγούστου γράφει πως «Ο Λαχανοκάρδης –ο διευθυντής του «Εμπρός»- που του έγραψα το βράδυ πληροφορίας για τας σφαγάς που ηκολούθησαν την κατάληψιν της Σμύρνης, τας πετά στο καλάθι θυμωμένος και δεν τας δημοσιεύει.

-Είναι ψέματα αυτά, μου λέγει.

-Μου τα είπαν επιβάται που έβλεπαν τας σφαγάς από το πλοίο που ήτο αραγμένο στο λιμάνι της Σμύρνης.

-Η Κυβέρνησις τα διαψεύδη. Λέγη ότι τίποτα σχεδόν δεν συνέβη.»

Ιδιαιτέρως διαφωτιστική για την έλλειψη σχεδιασμού από την ελληνική πλευρά είναι η καταχώρηση της 26ης Αυγούστου: «Είδα τον πρώην γενικό επιτελάρχη κ. Γουβέλη. Του είπα τον πόνο μου. Του μίλησα για τους λόγους της αποτυχίας μας τον περασμένο Μάρτιο στο Εσκί-Σεχήρ. Συμφωνούσε. Και πονούσε τόσο, ώστε ένα απόγευμα στο σπίτι του που είχα πάει, μου έλεγε γιατί εχάσαμε, πώς από την ηλιθία αδιαφορία, την εγκληματική αρρώστια ή τεμπελιά της θελήσεως του κ. Γούναρη εχάσαμε.

Σήμερα, ενώ μιλούσαμε για την μεγάλη μας τραγωδία, τον ρώτησα ξαφνικά:

-Έχετε υπ’ όψιν στρατηγέ μου την Ερυθραία;

-Τι είναι αυτό; Ρώτησε με απορία ο στρατηγός.

Του μιλούσα με θέρμη, που έκανε πολύ νευρική την ομιλία μου.

-Ήθελα να σας ερωτήσω, στρατηγέ μου, αν υπάρχη κανένα σχέδιο του Επιτελείου προβλέπον την οργάνωσιν της χερσονήσου της Ερυθραίας, εις περίπτωσιν ατυχίας του στρατού μας.

-Αλλά, όχι, είπεν ο στρατηγός. Δεν μας γεννήθηκεν αφορμή να το σκεφθούμε.»

Σημειώνεται πως οι πληροφορίες του ημερολογίου του, εκτός των άλλων, επιμερίζουν τις ευθύνες στους Έλληνες πολιτικούς όλων των παρατάξεων, γιατί, όπως έγραφε ο ίδιος, στην πλειονότητά τους έδωσαν στην εκστρατεία αυτή χαρακτήρα κυρίως αποικιοκρατικό και όχι απελευθερωτικό, με αποτέλεσμα την αδιαφορία ή και την αντίδραση των Ελλήνων, λαού και στρατού, με τις ολέθριες συνέπειες του πολέμου αυτού.

Ο Φαλτάϊτς, εξοργισμένος με την αδιαφορία της διεύθυνσης του «Εμπρός» για τα τεκταινόμενα στη Μικρά Ασία, γράφει στο ημερολόγιό του πως έχει αποφασίσει οριστικά να φύγει από την εφημερίδα αυτή. «Περιμένω όμως γιατί θέλω να πάω στο μέτωπο, το υπάρχον πια, και είναι το «Εμπρός» που θα με στείλη», μας πληροφορεί. Στο μέτωπο τελικά δεν επέστρεψε, όμως, μετά από πολλές εκκλήσεις, κατάφερε η εφημερίδα να τον στείλει στη Θράκη, η οποία με την Ανακωχή των Μουδανιών και την ανταλλαγή πληθυσμών πέρασε οριστικά στην κυριαρχία της Τουρκίας.

Θα ολοκληρώσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση του έργου του Κώστα Φαλτάϊτς, με μια προφητική μπροσούρα που έγραψε και τύπωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1922, με τίτλο «Εμπρός εις τον κίνδυνον»:

«Τας ώρας αυτάς που ο κίνδυνος της Ελληνικής Φυλής είναι περισσότερον από κάθε άλλη φορά μεγάλος, έπειτα από το σπάσιμο του Μικρασιατικού κρηπιδώματος, το οποίον εφύλασσεν όλη την Ελλάδα και όλην την Ευρώπην από του Μουσουλμανισμού, βλέπω τον εαυτό μου υποχρεωμένον ως πατριώτην, ως άνθρωπον και ως κινδυνεύον άτομον, να φωνάξω προς το Ελληνικό κοινόν, εκείνο που ίσως δεν ξεύρει ακόμη, αλλά που αύριον ασφαλώς, θα το εννοήση και θα το μάθη, χωρίς κανένας πλέον να του το πη.

Ο πόλεμος μεταξύ Μουσουλμανισμού και Χριστιανισμού εξερράγη, αδιάφορον αν δεν ευρισκώμεθα ακόμη εμπρός εις κάποιαν επίσημον κήρυξίν του.

Έλληνες διπλωμάται και πολιτικοί, ανόητοι, ψυχροί και αδιάφοροι προς τον Μικρασιατικόν αγώνα μας και ξένοι κυβερνήται κεφαλαιοκράται και επομένως εγωισταί και τυφλοί δεν ηθέλησαν να ιδούν, δεν είδον οι τελευταίοι, λόγω της αντιζηλίας μεταξύ των και του μίσους ή της αδιαφορίας προς τους Έλληνας, ότι ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Κεμάλ, απετέλει αψιμαχίαν και προανάκρουσμα ενός ακήρυκτου πολέμου μεταξύ Χριστιανισμού και Μουσουλμανισμού. Αν η Ελλάς εις την αψιμαχίαν αυτήν ενίκα, ο Μουσουλμανισμός θα συνέπτυσσε τας πολεμικάς του πτέρυγας, θα απέθετε τα όπλα, θα εκήρυσσε αναστολήν των εχθροπραξιών, δια να αρχίση κάποιαν άλλην, ίσως φοράν. Αν η Ελλάς ενικάτο, όπως, αλλοίμονόν μας έγινε, ο Μουσουλμανισμός θα αναπτερώντο, θα εξάπλωνε παντού το πολεμικόν του μένος, και το κύμα του θα εκινείτο να ξαπλωθή από την Αφρικήν και την Ασίαν, να διώξη από εκεί και να συντρίψη τον Χριστιανισμόν, να απλωθή κατόπιν άγριον και αιμοδηψές εις την Ευρώπην, παρασύρον πρώτα εις το κόκκινο πλημμύρισμά του πάλιν τον Ελληνισμόν.

Το σπάσιμο των λαϊκών ελευθεριών από τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, ο οποίος ήτο πόλεμος ατομικών των αρχόντων φιλοδοξιών και όχι πόλεμος ανυψώσεως των ελευθεριών, έκανε τους Λαούς και τα άτομα κεφαλαιοκράτας, δουλικούς και ιδιοτελείς, αφήρεσεν από αυτούς το αίσθημα της κοινής αυτοσυντηρήσεως και έδωσε τον καιρόν εις τους κυβερνήτας να σηκώσουν τας ιδέας των εμπορικών συμφερόντων και των αχαλίνωτων φιλοδοξιών των εις τα μόνα δόγματα της πολιτείας και της κυβερνήσεως των Λαών.

Πολιτικός προσανατολισμός παρεκτραπείς από το αίσθημα της φιλανθρωπίας, από το κυριώτερον δηλαδή συνταγματικόν δόγμα όλων των Χριστιανικών πολιτευμάτων, δεν ήτο δυνατόν παρά να είναι κακός και επιζήμιος προσανατολισμός, πολιτισμός αμβλυωπίας και τυφλώσεως. Η αλληλεγγυότης των Χριστιανικών Κρατών εθραύσθη ούτω, εθραύσθη, δια να δώση καιρόν εις τας Μωαμεθανικάς φυλάς να συνασπισθμούν ηθικώς, να συγκεντρωθούν διπλωματικώς, να ανδρωθούν υλικώς και να ευρίσκωνται ήδη έτοιμοι να συντρίψουν ή να εκδιώξουν τον εντός των χωρών των εισδύσαντα υπό την μορφήν αποικιών, προτεκτοράτων, εμπορικών ζωνών, εμπορικών διεισδύσεων, διομολογήσεων, Χριστιανισμόν.

Παρ’ όσον και αν ξενίση ίσως επιπόλαιον αναγνώστην, η επιμονή μας εις τους θρησκειακούς όρους Χριστιανωσύνη και Μουσουλμανωσύνη, το πράγμα είναι ακριβώς ούτω. Δυο πολιτισμοί διάφοροι, αφού διάφορος είναι και ο παραγωγός αυτών σπόρος, ευρίσκονται σήμερον αντιμέτωποι ο είς του άλλου, έτοιμοι να αιματοκυλύσουν τους εις αυτούς ανήκοντας Λαούς.

Προς ποίου το μέρος ευρίσκεται το δίκαιον, και επομένως, προς ποίου το μέρος ευρίσκεται η μεγαλειτέρα πιθανότης της νίκης;

Δια τον θέλοντα να ιδή και να απαντήσει φιλοσοφικώς, η απάντησις είναι εύκολος:

Ο Μουσουλμανισμός, οδηγούμενος ηθικώς από το Κοράνιον, από το ευαγγέλιον δηλαδή του μίσους προς τους ξένους, των σαρκικών ηδονών, του αίματος και της απολαύσεως, αποτελεί κατ’ ανάγκην πολιτισμόν οπισθοδρομικόν, στάσιμον, παχυλόν, ανίκανον προς πρόοδον και εξέλιξιν. Τοιούτος είναι ο Μουσουλμανικός πολιτισμός και ως τοιούτος στέκεται εις τας ψυχάς των Μουσουλμάνων, οι οποίοι αισθάνονται πιεζόμενον, τυραννούμενον, ασφυκτιώντα τον εαυτόν των μέσα εις την ατμόσφαιραν της Χριστιανικής διεισδύσεως, η οποία δια των κτήσεων, των ζωνών επιρροής και διομολογήσεων, εκάλυψε πάσαν την Μουσουλμανικήν ζωήν. Και την ατμόσφαιρα αυτήν, την αταίριαστον, την ακατάλληλον, την τυραννικήν, επομένως, ζητεί να αποσείση ο Μουσουλμανισμός, θέλων να επανέλθη εις τον ιδικόν του γηγενή και φυσικόν πολιτισμόν.

Αυτή είναι η αλήθεια η φιλοσοφική του πράγματος, την οποίαν η εγωιστική και εμποροκρατική πολιτική των Συμμάχων, αντί να την εμποδίση να εκδηλωθή, προς το συμφέρον και προς την ζωτικήν άμυναν των Λαών της Ευρώπης, την διετήρησε, την υπεξέκαυσε, την ήνδρωσε και την ώπλισε.

Τυφλοί κυβερνήται της Γαλλίας, οδηγούμενοι από την πλέον αχαλίνωτον πολιτικήν της υποδουλώσεως όλου του κόσμου, μηδέ της Αγγλίας εξαιρουμένης εις την Γαλλίαν, ώπλισαν ηθικώς και υλικώς τον πρόμαχον του Μουσουλμανισμού Κεμαλισμόν, και αναποφάσιστοι και αγνοούντες την Μουσουλμανικήν ψυχολογίαν, την ψυχολογίαν του δούλου δηλαδή, κυβερνήται της Αγγλίας δεν εκτύπησαν την Μουσουλμανικήν εξέγερσιν, άμα τη εκδηλώσει της, νομίζοντες ότι ήτο δυνατόν δια της αναβλητικότητός των προς λήψιν μέτρων, να απέτρεπον και να απεσόβουν το κακόν.

Γαλλία και Αγγλία θα πληρώσουν, ασφαλώς, τας συνεπείας της κεφαλαιοκρατικής, η μεν, της αναποφασίστου η δε πολιτικής των, διότι ένα είναι βέβαιον ότι ο Μουσουλμανισμός δεν θα κτυπήση ολιγώτερον τους φανερούς εχθρούς του Άγγλους από τους δήθεν φίλους του, αλλά ηθικώς εχθρούς του Γάλλους. Το ξύπνημα των κυβερνώντων σήμερον την ζωήν των προβάτων αυτών που λέγονται Ευρωπαϊκοί Λαοί, πολιτικών της Αγγλίας και της Γαλλίας δεν βλέπομεν, δυστυχώς, να έχη γίνη μέχρι σήμερον, δια ν’ αποτραπή, ενώ είναι καιρός, η συμφορά.

Δια την Ελλάδα εν τούτοις, την Ελλάδα, η οποία αγωνίζεται σήμερον προς διατήρησιν της υπάρξεώς της και όχι την κατάκτησιν άλλων Λαών, η ηθική του αγώνος της δεν βλέπομεν ότι δεν θα της δώση την τελικήν νίκην.

Η Ασιατική ακτή του Βοσπόρου είναι το φυσικόν σύνορον του Μουσουλμανισμού, και από εκεί δεν πρέπει κατ’ ουδένα λόγον να περάση ο Κεμάλ.

Η κατανόησις της αλήθειας αυτής, ότι ο κίνδυνος της Θράκης αποτελεί κίνδυνον της υπάρξεως πλέον αυτής της Ελλάδος, αυτών ημών ως ατόμων, ας υψωθή εις θρησκείαν εντός μας και το αίσθημα της κοινής και όχι της ατομικής αυτοσυντηρήσεως, ας προταθή ως το μόνον όπλον σωτηρίας, ας εισέλθη εις όλων μας τας ψυχάς, ας μας καταλάβη, ας γίνη μόνος οδηγός των σκέψεών μας, των ομιλιών μας, των θυσιών μας, των παρορμήσεών μας, όλης μας της υπάρξεως.»

Καθώς οι εξελίξεις στην Ουκρανία από τη μια πλευρά και από την άλλη η συνεχής προκλητικότητα της Άγκυρας και η αμφισβήτηση ελληνικών εδαφών, δείχνουν ότι ιστορία δεν αποκλείεται να επαναληφθεί, θα ήθελα να κλείσω την παρουσίαση τονίζοντας αυτή την προειδοποίηση του Φαλτάϊτς, που μοιάζει πιο τρομακτικά επίκαιρη από ποτέ: «Ο κίνδυνος της Θράκης αποτελεί κίνδυνο της υπάρξεως πλέον αυτής της Ελλάδας».

__________________________________________________________________________

(*) Ομιλία 3ης Μαρτίου 2022 στο ΙΗΑ  ZOOM FORUM.

(**)Κάτοχος MA του τμήματος δημοσιογραφίας και νέων τεχνολογιών του Πανεπιστημίου DUK της Αυστρίας. Δημοσιογράφος στον Όμιλο Καλοφωλιά (“Εξπρές”, http://www.express.gr,  Kapatel) και Euro2day.gr.

__________________________________________________________________________

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ.