Με το κείμενό μου αυτό νιώθω την ανάγκη  να εντάξω  τον Στέφανο Τσιτσόπουλο στη μεγάλη σειρά των λογοτεχνών  της Θράκης και ιδιαίτερα της Ξάνθης.

Γεννημένος το 1964 στην Αλεξανδρούπολη, έζησε  τα εφηβικά του χρόνια στην Ξάνθη, μετακινήθηκε στη Θεσσαλονίκη για πανεπιστημιακές σπουδές, όπου παρέμεινε ως το 2018. Στη συνέχεια μετέφερε τις  πλούσιες δράσεις του στην  καθέδρα της Ελληνικής επικράτειας. Παρά τις μετακινήσεις  του,  όταν τον ρωτούν από πού είναι, απαντά «από την Ξάνθη».

Θα ξεκινήσω από το εργοβιογραφικό  σημείωμα που δημοσιεύεται στο πρόσφατο βιβλίο του «Τα χλωμά σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη» , εκδόσεις Οξύ, 2021. Για το βιβλίο αυτό θα μιλήσουμε στο τελευταίο μέρος του κειμένου μου. Διαβάζουμε στα αφτιά του βιβλίου:

«Βιοπορίζεται από τις λέξεις. Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός. Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1964 και πέρασε τα εφηβικά του χρόνια του Ξάνθη.

Εκτός από τη Θράκη θεωρεί πατρίδα του και τη Θεσσαλονίκη, αφού η πόλη του έδωσε την ευκαιρία να κάνει πράξη όλες τις  μιντιακές του φαντασιώσεις. Από το 1996 ως και το 2018, διάστημα που ζούσε στον Βορρά, συνεργάστηκε με τα περιοδικά KLIK, Μen, Close Up, Επιλογές της εφημερίδας Μακεδονία και COOL, όπως και με τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες 88μισό, ΕΤ-3, Antenna 97.5, Mega Channel, Republic 100.3, Imagine 89.7 και Fly 102.4. Από το 2003 ως και σήμερα έκανε τη σοφότερη επιλογή προσωπικού και επαγγελματικού βίου: ακολούθησε τη Φωνή της Αθήνας. Free press, free choice, Athens Voice.

Αρθρογραφεί κάθε Πέμπτη στη χάρτινη έκδοση και καθημερινά στο athensvoice.gr., ενώ οι εξωτικές εκπομπές του φιλοξενούνται στον 102.5 Athens Voice Radio.

Το ντεμπούτο του στα γράμματα έγινε το 2010 με το βιβλίο Flâneur, που εκδόθηκε από τον Ιανό. Το Ροκ Σταρ, το πρώτο του μυθιστόρημα, κυκλοφόρησε το 2019 από το Μεταίχμιο και παρά τρίχα θα το ξεχνούσε: το περιοδικό SOUL είναι το ωραιότερο ελληνικό περιοδικό ποπ κουλτούρας από τα άπειρα που συνεργάστηκε στη δημοσιογραφική του καριέρα.

Σπούδασε Νομικά και Επικοινωνία, υπήρξε μέλος του Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και έπαιξε μουσική, πάνω από χίλιες νύχτες, στα πικάπ διάσημων μπαρ, με έφεση σε όλα τα είδη πλην κλαψέ έντεχνων και ακατάληπτων trap. «Η ζωή ξέρει και εγώ την εμπιστεύομαι»: του πήρε πολλά χρόνια για να βρει motto, αλλά από τη νύχτα που είδε την ταινία Φτηνά Τσιγάρα του Θρακιώτη συντοπίτη και φίλου του, Ρένου Χαραλαμπίδη, είπε «αυτό ας είναι»!

Κατοικεί στη Νέα Σμύρνη μέχρι νεωτέρας και δηλώνει υπεραισιόδοξος».

*

Ο Στέφανος ήταν ως έφηβος μαθητής μου αγαπητός. Ο γραπτός λόγος του ήταν,  το θυμάμαι! , ζωντανός  και  γάργαρος.  Επιπλέον, ήταν παιδί της δράσης, αθλητικής, πολιτιστικής, ραδιοφωνικής  Έχω στο μυαλό μου το Ράδιο Ξάνθη της ΦΕΞ και στη συνέχεια τη γέννηση του δημοτικού ραδιοφώνου, της Όμορφης Πόλης. Αν θα ήθελα να περιγράψω την «ουσία»  του Στέφανου,  θα έλεγα ότι  «δεν κάθεται σε χλωρό κλαδί»… Είναι κανονικός  «Flâneur».

Το πρώτο του βιβλίο είχε αυτό τον τίτλο: «Flâneur». Το βιβλίο αυτό του Στέφανου χρωστά τον τίτλο του στον « Flâneur « του Μπωντλέρ. Ο «περιπατητής», κατά τον μεγάλο Γάλλο ποιητή και στοχαστή, διασχίζει την πόλη με απώτερο στόχο να τη βιώσει, να την καταλάβει, να τη διερευνήσει και να την εξηγήσει.

Το «Flâneur» είναι ένα βιβλίο-σύντμηση χιλιομέτρων, εικόνων, ήχων, ιδεών και ηρώων, που φιλοτεχνούν το κοσμοπολίτικο πορτρέτο μιας περιπλάνησης τις αιώνιου ταξιδιώτη.

Το 2014 είχα τη χαρά στο βιβλίο που επιμελήθηκα «Ανάσες και Σκιές της Παλιάς Ξάνθης» (έκδοση του Κέντρου Πολιτισμού του Δήμου Ξάνθης) να περιλάβω ένα εξαιρετικό κείμενο του Στέφανου  με συνολικό τίτλο «Αγία Νοσταλγία» (σελ.  56 – 64). Μια ερωτική εξομολόγηση της αγάπης του για την Ξάνθη. Από το κείμενό του αυτό θα παραθέσω  τρία αποσπάσματα, χαρακτηριστικά, που δείχνουν και ερμηνεύουν την εξέλιξη και πορεία του Στέφανου Τσιτσόπουλου.

«Η δημοτική βιβλιοθήκη μου έμοιαζε με διαστημόπλοιο και ο διευθυντής της, κύριος Στέφανος Ιωαννίδης, ήταν φτυστός ο Κάπτεν Κερκ, τα βιβλία που μου συνιστούσε να διαβάσω ήταν εισιτήρια για τους πλανήτες, Ιούλιος Βερν, Ροβινσών Κρούσος, Βίκτωρ Ουγκώ, ένιωθα εκεί μέσα σαν δεύτερο σπίτι μου. Ακόμα και σήμερα, όταν λένε για την Παλιά Πόλη, αυτές τις εικόνες βλέπω: εκείνο το κτήριο, εκείνον τον κύριο, εκείνα τα ταξίδια. Μετά άρχισα να μεγαλώνω με φόρα, Α’ Γυμνάσιο στην Ανδρέου Δημητρίου, χειμώνες, αποκριές, άνοιξη, καλοκαίρια, Θεέ! Μιλάμε για τον περασμένο αιώνα, πιο γρήγορα κι από τον Γιουσέιν Μπολτ τρέχει ο χρόνος! Και στην Παλιά Πόλη άρχισα να ανηφορίζω ολοένα και πιο τακτικά κι όχι μόνο για να επισκεφθώ τον «πνευματικό μου» κύριο Ιωαννίδη. Ψηλά στην Πυγμαλίωνος Χρηστίδη κατοικούσε ο Δημήτρης Παναγιωτίδης, πήγαινε στο τμήμα 4, εγώ στο 5, αλλά τακιμιάσαμε. Αγαπούσαμε με το ροκ εν ρολ, μας ένωσε με ατσάλινη φιλία το πανκ-ροκ, οι Rolling Stones και οι Clash, το καλοκαίρι του ’79 οι άλλοι συμμαθητές μας μας έδειχναν με το δάχτυλο: οι δυο τρελοί που μιλούν μόνο για μουσική. Στο σπίτι της Πυγμαλίωνος Χρηστίδη τα ηχεία έπαιζαν στη διαπασών, στην Παλιά Πόλη, μετά το συνήθειο να διαβάζω ογκώδη μυθιστορήματα, κόλλησα με τη μουσική».

«Σινέ «Ολύμπια», οδός Ορφέως, χειμερινό και θερινό, ιδιοκτήτης, μηχανικός ήχου, κυλικειάρχης απ’ όλα ήταν ο κύριος Ρωμύλος, ο διαπλάστης των παίδων, ο άνθρωπος που έφερε το Χόλιγουντ στην πόλη. Που συνέδεσε την Ξάνθη των αρχών του ’80 με την Αμερική του Σέρτζιο Λεόνε και το Παρίσι του Μπενέξ. Μετά τις ταινίες πηγαίναμε στον «Κύκνο» του Τάσου, για Ρόσο Αντίκο και συζήτηση, για περισσότερα όνειρα φευγιού. Μπαρ εξαίσιο, τριζάτο, στεγαζόταν σε οίκημα μοναδικού αρχιτεκτονικού ρυθμού, λες και δραπέτευσε αυτούσιο από παρισινό βουλεβάρτο. Δεν ήξερα τότε ούτε το μπαρόκ ούτε τον εκλεκτικισμό, τον νεοκλασικισμό και το μπελ επόκ, δεν σκάμπαζα γρυ από αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, πήγαινα «κλασικό» και προετοιμαζόμουν για τη Νομική, στον «Κύκνο» ο Τάσος, που ο θρύλος τον ήθελε να έχει πολεμήσει στις τάξεις της Λεγεώνας των Ξένων, μας διηγιόταν ιστορίες από το Μαρόκο και την Ταγγέρη. Τον άκουγα προσηλωμένος σαν παπαδάκι στον όρθρο στη Μητρόπολη. Άλλο εξαίσιο οίκημα, άλλο ένα επιβλητικό μέρος, σημείο αναφοράς».

«Ένα οικοδόμημα είναι η ζωή μας που κάποιος το σχεδίασε, το έφτιαξε, έριξε τα μπετά, που πάνω τους αρθρώθηκε η κατοπινή μας ύπαρξη […] Στην Παλιά Ξάνθη των τελών του ’70 και των αρχών του ’80 διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας μου, αυτό το αμάλγαμα ερώτων, βιβλίων, μουσικών, ποτών και συζητήσεων, περιπάτων και ανήσυχων νυχτών και ημερών, καθόρισε όχι μόνο την εφηβική μου αλλά και τη μετέπειτα, έως και σήμερα, ζωή μου […] Έφυγα από την Ξάνθη για τη Θεσσαλονίκη λόγω σπουδών το ’82 […] Έγινα flâneur, όπως περιέγραψε τον χαρακτήρα όλων αυτών που εκστασιάζονται με την αστική φαντασμαγορία ο Μποντλέρ. Εκείνων που περιπολούν τις πόλεις με σκοπό να τις βιώσουν».

*

Το πρόσφατο βιβλίο του Στέφανου «Τα χλωμά σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη»,  με μια λέξη,  με «καταγοήτευσαν». Το θεωρώ ως συνέχεια και  ολοκλήρωση του προηγούμενου  έργου του, κατάκτηση σε όλους τους τομείς εννοώ. Παρόλο που διακρίνεται από  ένα οικουμενικό λεξιλόγιο και μια προσέγγιση της παγκοσμιοποιημένης τέχνης, η γοητεία  του προκαλεί αυτόματη  απόλαυση του κειμένου.

Διαβάζουμε για το βιβλίο: «Οι εκδόσεις Οξύ παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Στέφανου Τσιτσόπουλου, «Τα Χλωμά Σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη», έναν παιάνα στη γειτονιά της Κυψέλης, μια ηδονοθηρική τοιχογραφία εποχής, ένα μυθιστόρημα με χαρακτήρες που ακροβατούν στα όρια της πραγματικότητας και της φαντασίας.

Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος επιβιβάζει τους αναγνώστες σε ένα ιλιγγιώδους ταχύτητας roller-coaster δεκαετιών, για να συναντήσουν πρόσωπα υπαρκτά και μη. Από τους Ramones και τον Μίλτο Σαχτούρη, μέχρι τον Γιώργο Λάνθιμο, τον Γιάννη Νάστα, τον μπουρλοτιέρη Κανάρη, τον Έρικ Κλάπτον, αλλά και τον Μίλτο Ρογκότη, δύο κυρίες με βαμμένο σιελ μαλλί, τη στριπτιζέζ Ρίτα Κάντιλακ και δύο κολλητές φίλες, τη Λίνα και τη Λιλίκα – όλοι πρωταγωνιστές του βιβλίου.

Σημείο συνάντησης, συναναστροφής, περιπέτειας και δράσης, ο θρυλικός (πεζο)δρόμος της Φωκίωνος Νέγρη, από την Πατησίων μέχρι την πλατεία Κυψέλης. Από την πρόζα του βιβλίου ξεπηδούν γλαφυρά σαν εικόνα επαυξημένης πραγματικότητας τα σπουδαιότερα τοπόσημα της Κυψέλης, το καφέ Select, η γοτθική ντίσκο Rebound, η πάλαι πότε πιτσαρία του Παεζάνο, το μυθικό κλαμπ Quinta και το «καλύτερο μπαρ στον κόσμο μετά τον Θερμαϊκό» Au Revoir.

Ο χρόνος, η χαρά, η μελαγχολία, η μετάνοια, το ταξίδι, η ποίηση, η απώλεια της αγάπης, το δικαίωμα-προσμονή στην ευτυχία αλλά και η συνειδητή επιλογή της μοναξιάς ως μόνιμη κατάσταση πένθους, διασχίζουν το βιβλίο ορμητικά σαν τον χείμαρρο που λένε πως κυλά ακόμα κάτω από το Άγαλμα του Σκύλου και τα σιντριβάνια της Φωκίωνος».

*

Κατά την  περίοδο της αεροπορικής μου θητείας, για δύο χρόνια 1973 – 1974, έζησα στην Αθήνα με κέντρο την πλατεία Μεσολογγίου – Αστυδάμαντος στο Παγκράτι.  Ανάμεσα στις εκστρατείες μου ήταν η Κυψέλη και η Φωκίωνος Νέγρη. Με το βιβλίο του ο Στέφανος με γύρισε πενήντα χρόνια πίσω.

Ως συγγραφέας ο Στέφανος Τσιτσόπουλος είναι «περιπατητής» στον χώρο και στον χρόνο. Παίρνει μαζί του στην περιπλάνηση τον αναγνώστη και την αναγνώστριά του.  Η Ξάνθη είναι στην αφετηρία τούτης της πορείας του…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΑΝΘΗ, 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2022