Του Θανάση Μουσόπουλου

Πιστεύω ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 φανερώνουν πολύ έντονα και καθαρά το πώς έβλεπαν τον Αγώνα και τι επιδίωκαν οι  δύο μεγάλοι «αντίπαλοι»: στρατιωτικοί και  πολιτικοί.  Χρησιμοποιώντας στοιχεία και απόψεις ιστορικών και  ερευνητών θα φωτίσουμε  πλευρές του θέματος.

   Θα  ξεκινήσουμε επιχειρώντας να δούμε τις ομάδες του ελληνικού πληθυσμού και πώς συμπεριφέρονται.

  Ο Βασίλης Κρεμμυδάς σημειώνει σχετικά ότι στις παραμονές του 1821 είχαν διαμορφωθεί τρεις σαφείς κοινωνικοί ταξικοί σχηματισμοί στην ελληνική κοινωνία: Διοικητική Αριστοκρατία (ανώτερος κλήρος, φαναριώτες, μερικοί πρόκριτοι, μεγάλοι γαιοκτήμονες), Αστική Τάξη (έμποροι, βιοτέχνες, εφοπλιστές, διανοούμενοι – όσοι συμμετείχαν στα κέρδη της εμπορευματοποιημένης οικονομίας), Λαός (μικροκτηματίες, μικροκαλλιεργητές, ημερομίσθιοι, κατώτερος κλήρος, εργαζόμενοι με μικρή αμοιβή). Το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η παρουσία της αστικής τάξης, που όμως συμμετείχε στους οικονομικούς, αλλά όχι στους διοικητικούς μηχανισμούς.

  Εξετάζοντας ο ίδιος ιστορικός από άλλη οπτική παρατηρεί ότι μέσα  στους κόλπους του ελληνισμού αρκετά νωρίς στο 18ο αιώνα άρχισε μια ιδεολογική πάλη. Τελικός σκοπός της πάλης ήταν η μελλοντική εθνική υπόσταση του ελληνισμού. Εκδηλώνονται οι δύο τάσεις: συντηρητική και προοδευτική. Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου μιλούμε για εθνική αφύπνιση, που εκφράζεται όχι μόνο με την  ιδεολογική πάλη και από τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, αλλά και από επαναστατικά σχέδια και κινήματα και λαϊκές εξεγέρσεις.

  Ο Βασίλης Φίλιας  πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει διαμορφωμένη αστική τάξη, παρατηρεί: «Οι ολιγαρχικές φατρίες στην Ελληνική Επανάσταση εκφράζουν, όχι την ανατροπή, αλλά τη συνέχιση του φεουδαρχικού χαρακτήρα διαπλοκής πολιτικής και οικονομίας, όπως είχε διαμορφωθεί κάτω από τις ιδιότυπες συνθήκες του ασιατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του υπόδουλου Ελληνισμού». Και προσθέτει ότι «Η απουσία συγκροτημένης αστικής τάξης σαν θεμελιακής τάξης, κάνει τη διαμόρφωση ενός νέου, σταθερού ηγεμονικού συστήματος, που θα ήταν σε θέση να διαμφισβητήσει την εξουσία από το παλιό κυρίαρχο κοτσαμπασίδικο-φαναριωτικό ηγεμονικό ‘μπλοκ’, αδύνατη». Η απουσία αστικής τάξης επίσης δημιουργεί ειδικές συνθήκες στον ελληνικό λαό. «Ο συνασπισμός των λαϊκών δυνάμεων, που δεν ήταν φυσικά ανεξάρτητος από σημαντικές οικονομικο-κοινωνικές μετατοπίσεις, παρέμεινε συγκυριακός και ευκαιριακός. Ευκαιριακός και στενά δεμένος με το αίτημα της αποτίναξης του ξένου ζυγού, και με την έννοια αυτή ‘αυθόρμητος’, βασισμένος δηλαδή σε άμεσες παρωθήσεις και ανάγκες της στιγμής και όχι σε σταθερές και οργανικές ταυτίσεις με αντίστοιχο κοινωνικό βάθος».

  Θα δούμε στη συνέχεια πώς εκφράζεται κατά τη διάρκεια του Αγώνα ο διχασμός του Γένους. Ξεκινούμε από τον αγαπημένο μας καθηγητή ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τον αείμνηστο Απόστολο Βακαλόπουλο, ο οποίος φωτίζει πλευρές και φάσεις των εμφυλίων πολέμων. Τονίζει ότι «τα συγκρουόμενα ατομικά και κομματικά συμφέροντα, οι εγωισμοί, ο φθόνος, και οι ασίγαστες μωροφιλοδοξίες, καθώς και οι κοινωνικές αντιθέσεις οδηγούν ακράτητα προ τη ρήξη […] Με τις διενέξεις πολιτικών – στρατιωτικών και με την έκρηξη των εμφύλιων σπαραγμών [ …] μπαίνει και μια κακή παράδοση στην πολιτική ζωή του τόπου και γενικά στην νεοελληνική κοινωνία. Στην αναταραχή  αυτή μεγάλη είναι η ευθύνη των κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου και των Φαναριωτών πολιτικών, ιδίως του Μαυροκορδάτου».

  Ο Απ. Βακαλόπουλος μιλώντας για τα μετεπαναστατικά χρόνια επικαλείται κείμενα του Δημήτριου Βερναρδάκη. «Μετά τη Μεταπολίτευση του 1843 […] παρατηρεί ο Βερναρδάκης […] εγκαθιδρύθηκε  “λόγω μεν πολιτεία συνταγματική, πράγματι δε καθιερώθη και εστερεώθη επί θεμελίων εδραιοτέρων ολιγαρχία φοβερά, ήτοι αυτός ο επί τουρκοκρατίας κοτζαμπασισμός, επιχρισθείς μόνον διά του νωπού εκ της Δύσεως συνταγματικού ψιμμυθίου”». Ο Βακαλόπουλος  αναφέρεται στην πολιτική ζωή στα χρόνια της Επανάστασης και μετά. Θεωρεί ότι ο Βερναρδάκης παρά τις υπερβολές του λέγει αλήθειες. Στέκομαι συγκεκριμένα στον όρο  που χρησιμοποιείται «κοτζαμπασισμός».

  Από όσα θα δούμε στη συνέχεια, θα φανεί  το περιεχόμενο και εύρος αυτού του όρου. Ξεκινούμε από τους ιστορικούς Κρεμμυδά και Σβορώνο.

   Ο Β. Κρεμμυδάς γράφει ότι η ελληνική μεγαλοαστική τάξη είχε συνδέσει τα συμφέροντά της με τα ξένα συμφέροντα και ανέμενε την απελευθέρωση του ελληνισμού από την ξένη βοήθεια. Η εντόπια αστική τάξη διαπίστωσε ότι οι ξένοι απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, γι’ αυτό πίστεψε ότι η εθνική απελευθέρωση έπρεπε να στηριχθεί αποκλειστικά στις ελληνικές δυνάμεις.

   Από την άλλη μεριά η Διοικητική Αριστοκρατία πάλευε για τη συνέχιση της τουρκικής εξουσίας ή το πολύ μιας απελευθέρωσης που θα ερχόταν από την ομόδοξη Ρωσία και, προπαντός, όχι από εθνική επανάσταση εμπνευσμένη από τις γαλλικές φιλελεύθερες ιδέες.

  Ο Ν. Σβορώνος σημειώνει ότι κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, το εθνικό κίνημα πήρε ένα κοινωνικό περιεχόμενο τελείως αντίθετο από εκείνο που ήθελαν να του δώσουν οι ιθύνοντες. Το γεγονός αυτό προκαλεί τη δυσπιστία, και συχνά την εχθρότητα, απέναντί του, του ανώτερου κλήρου και της πλειοψηφίας των Φαναριωτών και των κοτσαμπάσηδων. Αντίθετα τα προχωρημένα στοιχεία της αστικής τάξης κι οι προοδευτικοί διανοούμενοι συνέχιζαν το οργανωτικό έργο του Ρήγα.

   Μιλώντας, ειδικότερα, για την Επανάσταση (1821 – 1824) ο Νίκος Σβορώνος σημειώνει: «Η επαναστατική ομάδα της Εταιρίας έπρεπε πρώτα να νικήσει τους δισταγμούς των προκρίτων και σε ορισμένα νησιά, στη Σάμο και στην Ύδρα, η κοινωνική εξέγερση κατά των προκρίτων προηγήθηκε απ’  την εθνική Επανάσταση κατά των Τούρκων.

  Παράλληλα με την εθνική πάλη, διεξάγεται  αυτή την περίοδο μια εσωτερική σύγκρουση για την ηγεσία της Επανάστασης, με αντικείμενο τις πολιτικές και κοινωνικές αρχές του νέου υπό δημιουργία κράτους».

(συνεχίζεται)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΑΝΘΗ, παραμονές 25 ΜΑΡΤΗ 2021