Οι γονείς μας, μας έμαθαν να βλέπουμε την Πόλη μας από ψηλά, και όχι αφ’ ψηλού.

Για αυτό και στα καθημερινά μας, καταφέραμε να μην την σκυλέψουμε ποτέ.

Εδραίοι δεν υπήρξαμε ποτέ.

Γεωργοί γίναμε.

Και όχι κυνηγοί.

Δεν σωρέψαμε ποτέ την πρόσοδο της Πόλης.

Μάθαμε να κουβαλάμε μαζί με το παρελθόν και το τώρα,δηλαδή το πάντα.

Κρίμα που το  Τσατάλ Κουγιούκ δεν ευτύχησε  να έχει όλους αυτούς τους “φιλό-κωλους”  στην δύναμή του, μαζί με τα κατάλοιπά τους.

Ποδηλατώντας, αλλά και περπατώντας καθημερινά, εδώ και πολλά χρόνια,στα συνεχόμενα αστικά ρήγματα της Πόλης, συνάντησα συχνά αυτήν την ιδιαίτερη κούφια αύρα, που δημιουργούνταν από το αφιλτράριστο φώς των ψευδοακακιών που οργίασαν από βλάστηση μεταπολιτευτικά στον Τόπο.

Κι όμως εσχάτως, πλούσιες πτυχώσεις του  εκλεγμένου σαβάνου.

κενού και φαγωμένου  από μέσα, με έκαναν τηλεοπτικό διαδικτυακό μάρτυρα μιας δραματικής καμπής, σε ρυθμούς βωβών  μονολόγων,  πλημυρισμένους από ένα ανάκατο αίσθημα  ερημιάς και πυκνότητας.

Μπες βγες  σε μια φωτογενή αθλιότητα  μεταμοντέρνας σκέψης περί κοπής ψευδοακακιών.

Ακούοντας   διαρκώς τον ρόγχο του ξεκοιλιασμένου φέουδού τους:

“Χάρισέ μου μια καρδιά

θα τις  μάθω να χτυπά

στην πασταφλώρα

του ακατάσχετού μας τραπεζικού

μέχρι αργά”.

Περιπέτειες κατεργαραίων κοματοαρουραίων από καιρούς παμπάλαιους,  με τις ευλογίες του πολύτιμου αυτοσκηνοθετούμενου  μαχητικού γαλαξία της παραπληροφόρησης, προσπαθώντας να συγκαλύψουν αδιαλείπτως τον μύθο της αδέσμευτης ανθοφορούσας Νεάντερνταλ πραγματικής τους εικόνας.

Τι να περιμένει όμως αυτή η Πόλη από τους “άχθος αρούρης”

Με εκτίμηση

Μιχάλης Σπανίδης

Εκδότης-Βιβλιοπώλης

Εκλεγμένος Δημοτικός Σύμβουλος

“ΑΓΑΠΗ για την Ξάνθη μας”