Σε άρθρο της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ στην ηλεκτρονική της έκδοση, στις 7 Μαρτίου 2020 με τίτλο «Από κοροναϊό σε παρανοϊό: Πώς επιδρούν η ψυχολογία, το στίγμα κι ο φόβος» γράφεται ότι «η ψυχολογία του φόβου και του πανικού είναι καθοριστική για τον έλεγχο της διασποράς του κοροναϊού, τονίζουν οι λοιμωξιολόγοι, οι οποίοι διαρκώς τις τελευταίες ημέρες επιμένουν ότι «ο πανικός είναι χειρότερος και από τον ίδιο τον ιό». Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι «αγωνία, άγχος, πανικός, ανησυχία για τον εαυτό μας, αλλά και για τους αγαπημένους μας ανθρώπους, αλλά και αδιαφορία, άγνοια, άρνηση ή υποτίμηση του προβλήματος, είναι η γκάμα των συναισθηματικών αντιδράσεων γύρω από το θέμα». Τα τελευταία είναι λόγια της δρ Ίλιας Θεοτοκά, κλινικής ψυχοθεραπεύτριας στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Οι ψυχικές αυτές καταστάσεις μπορούν, κατά την γνώμη μας, να ξεπεραστούν πιο εύκολα εάν υπάρχει ξεκάθαρος, υπεύθυνος και μετρημένος τρόπος ζωής. Τι εννοούμε, όμως, με το τελευταίο; Ο σύγχρονος Έλληνας είναι δεδομένο ότι σε σχέση με άλλες εποχές έχει ζήσει με μεγαλύτερη ευμάρεια, αν εξαιρέσουμε την τελευταία δεκαετία. Δεν έχει «τριφτεί» σε δύσκολες καταστάσεις, όπως οι προηγούμενες γενιές. Για παράδειγμα, οι παππούδες μας έτυχε να πολεμάνε για δέκα χρόνια, 1912-1922. Οι γονείς μας έζησαν τον πόλεμο του 1940, την κατοχή και τον εμφύλιο. Εμείς, και τα παιδιά μας, ζήσαμε σε μία πιο εύκολη περίοδο, αν εξαιρέσουμε την οικονομική κρίση. Έτσι, θεωρούσαμε και πιθανά θεωρούμε ακόμη ότι είμαστε «αθάνατοι», αλώβητοι. Ότι η ζωή είναι χαρές και πανηγύρια. Πώς, λοιπόν, θα ανταπεξέλθει κάποιος όταν είναι μαθημένος στα γλέντια και στην εύκολη ζωή; Πώς θα σφίξει τα δόντια και θα προσπαθήσει περισσότερο σε δύσκολες στιγμές;

Για πιθανές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα μας βοηθούσε μια αναφορά σε παραδείγματα από τον χώρο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Οι πρόγονοί μας της κλασσικής εποχής είχαν συνειδητοποιήσει ότι ήταν θνητοί και είχαν συμφιλιωθεί με τον θάνατο. Ο ήρωας του Προύστ Μπεργκότ, στο μυθιστόρημά του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», λέει κάποια στιγμή «εξάλλου, αγαπητέ συνάδελφέ μου, η ζωή, όπως είπε ο Αναξαγόρας, είναι ένα ταξίδι»! Ένα ταξίδι, λοιπόν, η ζωή. Άρα, κάπου ξεκινάει και κάπου τελειώνει. Χωρίς δόση απαισιοδοξίας, αλλά με «γαλήνια και ρωμαλέα αποδοχή της πραγματικότητας», θα πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε θνητοί και ότι κάποια στιγμή θα φύγουμε από αυτό τον κόσμο. Άρα, είναι στο χέρι μας να επιλέξουμε να ζήσουμε μία αξιοπρεπή και συνετή και όχι μία απρόσεκτη, ρέμπελη και ανήθικη ζωή. Έτσι, θα αποκτήσει νόημα η ύπαρξή μας σε αυτό τον «Κόσμο»! 

Λέγεται  ότι όταν ανακοίνωσαν στον φιλόσοφο Αναξαγόρα το θάνατο των παιδιών του, είπε: «ήξερα ότι τα γέννησα θνητά» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, «Αναξαγόρας»). Για να μην μακρηγορήσουμε δεν θα θέλαμε να αναφέρουμε απόψεις άλλων διανοητών περί θανάτου, όπως του Δημήτρη Λιαντίνη «περί φιλοσοφικής θεώρησης του θανάτου», ή του Σενέκα του Νεότερου, όπως αναλύεται στο έργο του «Περί βραχύτητας του βίου», αλλά θα περιοριστούμε στις απόψεις του Σωκράτη, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα έργα του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης, έδειξε ιδιαίτερη ηρεμία κατά την διάρκεια της φυλάκισής του, πριν πιεί το κώνειο. Πίστευε, όπως αναφέρεται στην Απολογία του Πλάτωνος ότι δεν πρέπει να υποχωρούμε στην αδικία λόγω του φόβου του θανάτου («δεν υποχωρώ σε τίποτα που να είναι αντίθετο στο δίκαιο από το φόβο του θανάτου», 32a5). Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από παραδείγματα ανθρώπων που προτίμησαν να πεθάνουν παρά να δεχθούν την αδικία είτε εις βάρος τους,  είτε κατά του συνόλου. Επιπλέον, δύο φορές, μία κατά την διάρκεια της δημοκρατίας (όταν ο λαός ήθελε να καταδικάσει τους δέκα στρατηγούς της ναυμαχίας των Αργινουσών, διότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς, όλους μαζί και όχι ένα-ένα, όπως όριζε ο νόμος) εναντιώθηκε στο πλήθος, αλλά και όταν οι ολιγαρχικοί (Τριάκοντα τύραννοι) τον διέταξαν μαζί με άλλους τέσσερις να συλλάβουν τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο, ο Σωκράτης δεν πήγε, αλλά πήγε στο σπίτι του, διότι το θεώρησε άδικο. Να σημειώσουμε ότι οι ολιγαρχικοί, με πρωτοστάτη τον Κριτία, θείο του Πλάτωνα, δολοφονούσαν τους αντιπάλους τους. Έτσι, ο Σωκράτης και στις δύο περιπτώσεις προτίμησε να μην αδικήσει και δεν δείλιασε μπροστά στον πιθανό θάνατο. Όπως λέει ο ίδιος στην Απολογία του «τότε λοιπόν εγώ, όχι με τα λόγια, αλλά έμπρακτα, απέδειξα πάλι ότι εμένα – για να μιλήσω πιο καθαρά – δεν με ενδιαφέρει διόλου ο θάνατος» (Πλάτωνος, Απολογία, Κάκτος, 32c10-d1). Επίσης, τονίζει ότι δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο θαρραλέα από υπεροψία, αλλά από άλλο λόγο, εξηγώντας στη συνέχεια ότι πολλοί άνθρωποι μπροστά στην καταδίκη κάνουν πράγματα ανάρμοστα, λες και δεν θα πεθάνουν ποτέ (Απολογία, 35a5-7). Άρα, κατά τον Σωκράτη, εφόσον δεν είμαστε αθάνατοι, αλλά θνητοί, θα πρέπει να αποφασίσουμε να ζήσουμε μια ενάρετη ζωή  ώστε η ζωή μας να έχει αξία. 

Για να ολοκληρώσουμε την άποψή μας θα θέλαμε να τονίσουμε ότι ειδικά για την περίοδο που διανύουμε, ο φόβος δεν βοηθά σε τίποτε ούτε λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση ψύχραιμα ώστε να μπορέσουμε να την διαχειριστούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στα προβλήματα που δημιουργούνται θα είναι καλό να δίνουμε λύσεις με βάση την λογική, και η λογική στην περίπτωση αυτή επιτάσσει να ακολουθούμε τις οδηγίες των ειδικών και να πειθαρχούμε στα μέτρα της πολιτείας.