Μπορεί ο αγροτικός τομέας στη χώρα μας να έχει χάσει τη δυναμική που είχε κάποιες δεκαετίες πριν, ωστόσο αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι, σε μία εποχή όπου το περιβάλλον αποτελεί προτεραιότητα στον πλανήτη και οι διατροφικές τάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγούν στην παραγωγή ποιοτικών υγιεινών τροφίμων, μπορεί να αποτελέσει έναν από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της ελληνικής περιφέρειας για τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, υπάρχει μία σειρά από μεγάλα προβλήματα, τα οποία γιγαντώθηκαν εν μέσω της κρίσης και πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστούν, ώστε η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία να αρχίσουν σιγά-σιγά να αναπτύσσονται, συμπαρασύροντας σε άνοδο τον κλάδο της μεταποίησης και την ελληνική οικονομία γενικότερα.
Η λαθραία διακίνηση μεγάλου μέρους ελληνικών αγροτικών προϊόντων, συνεπάγεται την αποδυνάμωση, αφενός μεν της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων της χώρας μας, αφετέρου των υγιών συνεταιρισμών και των επιχειρήσεων οι οποίες βλέπουν σημαντικές ποσότητες να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από γειτονικές χώρες. Αυτές «οικειοποιούνται» την ταυτότητα και την ποιότητα των δικών μας προϊόντων, επωφελούμενες της υψηλής προστιθέμενης αξίας τους.
Παράλληλα χάνονται πολύτιμα έσοδα για το κράτος, αφού η διακίνηση γίνεται χέρι με χέρι, χωρίς το παραμικρό νόμιμο παραστατικό.
Στον αντίποδα, καταγράφεται εισαγωγή ξένων προϊόντων (κυρίως στον γαλακτοκομικό κλάδο) τα οποία ελληνοποιούνται, εξέλιξη η οποία λειτουργεί εις βάρος των ντόπιων παραγωγών – καθώς συνήθως πωλούνται σε πολύ χαμηλότερες τιμές – αλλά και των καταναλωτών, αφού περνούν τα σύνορα χωρίς να έχει ελεχθεί η ποιότητά τους.
Και στις δύο περιπτώσεις, επιβάλλεται η ενίσχυση των ελέγχων εκ μέρους των αρμόδιων κρατικών φορέων, ώστε να αποφεύγονται ελληνοποιήσεις και «μαύρη» αγορά, τα οποία έχουν αρνητική επίπτωση στο σύνολο της ελληνικής αγροτικής παραγωγής.
Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα, το οποίο έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια και απειλεί με καταστροφή τις καλλιέργειες χιλιάδων αγροτών, αφορά στη δυσκολία εξεύρεσης εργατών γης, καθώς επίσης και στις δαιδαλώδεις διαδικασίες που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία για την απασχόλησή τους.
Προκειμένου να υπάρξει αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, ο ΣΑΣΟΕΕ ανέλαβε την πρωτοβουλία να επικοινωνήσει με συνεταιρισμούς άλλων ευρωπαϊκών μεσογειακών χωρών που διαθέτουν σημαντική αγροτική παραγωγή, έτσι ώστε να ενημερωθεί για τις διαδικασίες που εκείνοι εφαρμόζουν σε αντίστοιχη περίπτωση.
Έχουμε ήδη στείλει πρόταση στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων προκειμένου να δοθεί λύση σε ένα σοβαρό πρόβλημα που οδήγησε – κατά τη χρονιά που διανύουμε – μέρος της αγροτικής παραγωγής να μη συγκομισθεί, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, επιβλήθηκαν δυσβάσταχτες κυρώσεις σε βάρος αγροτών που δεν είχαν γνώση της σχετικής νομοθεσίας.
Λύση αναζητείται ακόμη και σε μία άλλη σειρά προβλημάτων, όπως είναι για παράδειγμα η σωστή λειτουργία του ΕΛΓΑ και η ταχεία απόδοση των αποζημιώσεων στους δικαιούχους, η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης σε υγιείς και παραγωγικούς συνεταιρισμούς που «κουβαλούν» υπέρογκα δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας, αλλά και η μείωση του κόστους των εισροών και γενικότερα των μεγάλων οικονομικών βαρών που έχει σήμερα ο Έλληνας αγρότης, ώστε οι εκμεταλλεύσεις να γίνουν πάλι βιώσιμες και να αποκτήσει ζωή η ελληνική ύπαιθρος.
Σε επίπεδο γενικής πολιτικής, επιβάλλεται η δημιουργία ενός νέου μοντέλου της αγροτικής οικονομίας, το οποίο θα στοχεύει στη βελτίωση της παραγωγικότητας, τη μεταφορά έρευνας και καινοτομίας στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων και της στήριξης της εξωστρέφειας των αγροτικών προϊόντων.
Αναφορικά με την εξωστρέφεια, θα πρέπει να υποστηριχθούν επενδυτικές προσπάθειες στον αγροτικό τομέα, οι οποίες κατευθύνονται προς την παραγωγή αλλά και τυποποίηση των προϊόντων, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους και να έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες διείσδυσης στις ξένες αγορές.
Θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να προωθηθεί και στη χώρα μας η χρήση της λεγόμενης «έξυπνης γεωργίας» χρηματοδοτώντας με περισσότερα κονδύλια την έρευνα. Ειδικότερα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας των αγροτικών προϊόντων και την ενίσχυση της εξωστρέφειας μέσω ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών (δορυφόροι, ψηφιακά συστήματα, κλπ) και της καινοτομίας στην κουλτούρα των παραγωγών.
Ακόμη, θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ πως πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία που υπάρχουν για την επαρκή χρηματοδότηση του αγροτικού τομέα όπως είναι για παράδειγμα το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης και ο Αναπτυξιακός Νόμος.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στη νέα ΚΑΠ (2021-2027) θεωρώ ότι η χώρα μας θα πρέπει να διεκδικήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ενισχύσεις, ωστόσο αυτές θα πρέπει να κατευθύνονται όπου υπάρχει πραγματική παραγωγή και το κυριότερο σε προϊόντα τα οποία έχουν ζήτηση και είναι ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο.
Σε γενικές γραμμές το στρατηγικό σχέδιο της χώρας μας , στη διαμόρφωση του οποίου συμμετέχει και ο ΣΑΣΟΕΕ, θα πρέπει να κινείται στο πλαίσιο που ορίζουν οι τρεις βασικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής:
-Ενίσχυση του περιβάλλοντος και της δράσης για το κλίμα
-Καλύτερη στόχευση της στήριξης
-Στήριξη στη γνώση, την καινοτομία και την τεχνολογία
Ως συνεταιριστής, θεωρώ ότι το συνεταιριστικό κίνημα, που τόσο επλήγη τις προηγούμενες δεκαετίες, μπορεί να αποτελέσει ένα αξιόπιστο και σοβαρό «εργαλείο» που μπορεί να δώσει λύση στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο αγροτικός τομέας. Ένας τομέας ο οποίος, θυμίζω, ότι στην περίοδο της κρίσης κράτησε “όρθια” την ελληνική περιφέρεια και βοήθησε πολύ, κυρίως μέσω των εξαγωγών, την ελληνική οικονομία να ορθοποδήσει και να βγει από την χρόνια ύφεση.

Αλέξανδρος Κοντός
Πρόεδρος ΣΑΣΟΕΕ