«Κι οδοιπορώ.
Και ψάχνω από τι είναι φτιαγμένη η ελευθερία;
Και πόσους χωράει η μοναξιά;
Τι νόημα έχει να ψάχνω το νόημα;
Και γιατί για τον θάνατο αγωνιώ;
Κι όσο ρωτώ θα προχωρώ.
Κι όσο ζητώ θα βρίσκω»
Αυτές είναι μερικές από τις διατυπωμένες σκέψεις
τις ποιήτριας Μίνας Ιωαννίδου
στο αντί… περιεχομένων εισαγωγικό της σημείωμα.
Ενώ ο έτερος συνεργάτης της,
Αβδηρίτης μοναχός, αυτόνομος φωτογράφος,
Απόστολος Δανδαλίδης
σημειώνει και αυτός μεταξύ των άλλων
στο κάτι σαν… εισαγωγικό σημείωμα του:
«Το σημείωμα συνάντησης του Λόγου με την Εικόνα είναι η δημιουργία συναισθήματος. Και η χαρά του δημιουργού είναι η ίδια είτε χειρίζεται τον λόγο, είτε βρίσκεται σε σκοτεινό θάλαμο.
Βαδίζω στο σκοτάδι σε μονοπάτι που έγινε φως ημέρα,
με την ελπίδα να με οδηγήσει σε τόπο με παντοτινό φως»

Η φωνή της συνείδησης,
μια φωνή ασίγαστη και σε μεγάλα κέφια,
όπου αντιβοά η διαπάλη της γλώσσας
με υπαρξιακά ερωτήματα,
η φωνή της πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας Μίνας,
καταφέρνει και διαχέεται με το χάρισμα της αθανασίας
του σπαραγμού της γραφής,
πάνω από την καταιγίδα των εικόνων που δημιουργεί
το αστραποβόλημα του κλείστρου του φωτογράφου Απόστολου,
ο φακός του οποίου έχει εξαρχής παραιτηθεί από το προνόμιο
της αμφιβολίας, εκπληρώνοντας την λαχτάρα του,
να ισορροπεί στην κόψη,
μεταξύ ιλαρότητας και μελαγχολίας,
με βλέμμα οξύ και γραμμές καθαρές.
Οι δυο σιωπές τους γίνονται κραυγή,
καταβυθίζοντας μέσα της την πιο ανόθευτη ιαματική ονειροπόληση:
«Προσδοκώ να μην προσδοκώ
Κι όταν το σύμπαν μου απ άκρη σ άκρη αντικρύσω
Ψιθυρίζει ο αυστηρός μου κριτής
Ελευθερία την είπαν κι όλοι τη λαχτάρησαν
Είναι ζεστό της φυλακής σου το κελί
Μα έρχεται μια στιγμή, κι ορμώ ευθύς στη δράση
Σπάζω δεσμά αόρατα και γίνομαι ορατή
Τι θες λοιπόν για να πετάξεις;
Έρωτας; Μα ναι»

Η ποιήτρια έχοντας στα χέρια της τον πηλό της ψυχής της
που είναι οι λέξεις οι ορφανεμένες
αναζητεί το βλέμμα του φωτογράφου
που είναι στραμμένο προς το φως του ηλίου.
«Λιθοβολώ τη μέρα μου περιπλανώμενη ασκόπως
Είμαι άραγε γενναία για να τον αξιωθώ;
Τυχερός όποιος αντίκρισε αυτό το σπάνιο ρόδο
Έτσι σαν έρθει η ώρα
Έχει κανένα νόημα να αναζητώ το νόημα;
Κι ύστερα έρχεται ο καιρός για απολογισμούς
Κι όταν αρχίσει το ταξίδι της επιστροφής
Γιατί ζω;
Την απάντηση θα δώσω μόνο εγώ
Δεν ρωτώ. Αφήνομαι
Έτσι μικρός κι ασήμαντος»

Με αυτήν λοιπόν την τριγωνομετρία των «παθών τους»,
που ξεκινάει ως μια εσωτερική φωνή,
καταφέρνω και αγγίζω το σημείο τομής,
εκεί όπου τέμνεται ο έρωτας
με την ασυδοσία της σκιάς και του φωτός.
Με το ίδιο ημίτονο και με αντίθετο συνημίτονο.
Κωπηλάτης ποδηλάτης στο ξεψύχισμα της νύχτας
σε ένα ακόμη θλιμμένο φθινοπωρινό τοπίο,
νοιώθω σαν τότε την Πρώτη φορά.
Ημέτερος με το ποιητικό πρόσωπο των στίχων,
που εξομολογείται πάνω στο διάφραγμα του χώρου.
Να εκτεθείς στην ψυχή και στα μάτια των άλλων,
ιστορώντας τα πάθη και την πορεία σου,
έτσι
«Στοχάζομαι και μου αρκεί»

Η Μίνα Ιωαννίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, ένα πρωινό του Ιούνη. Τα τελευταία χρόνια ζει και δουλεύει στον Άλιμο ως δασκάλα. Αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι η πρώτη της επίσημη συγγραφική απόπειρα.

Ο Απόστολος Δανδαλίδης γεννήθηκε στα Άβδηρα Ξάνθης.
Η φωτογραφική συμμετοχή του σε αυτή την ποιητική κατάθεση στοχεύει στο να μπορέσει αυτό το βιβλίο να εστιάσει στο αόρατο, μέσα από τον φακό της ποίησης και της φωτογραφίας.

Με εκτίμηση

Μιχάλης Σπανίδης

Εκδότης-Βιβλιοπώλης

Έκδοση:Ιδιωτική/Σελίδες:52/Σχήμα: 24Χ16,50/ISBN:978-618-00-1470-9/Τιμή: 10,60