Ήταν πρωϊνό μιας καλοπλέξουδης Πέμπτης, 26 του ξανθού Απρίλη, έτους 2018, που άνοιξαν οι πύλες του κάτω κόσμου.

Ενας θεός κι ένας θνητός που έμελλε να γίνει αθάνατος και θεός συνταιριαστός, ο Ορφέας με το Μάνο διάβαιναν για τον απάνω κόσμο με προορισμό και γεωγραφικές συντεταγμένες την πόλη της ΞΑΝΘΗΣ.

Εκεί γεννήθηκε ο Μάνος το 1925, ενω κάποιες χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα, γεωγραφικά ο τόπος αυτός με κάποιους ακόμα όμορους ήταν η περιοχή που ημέρευαν Θεοί και θνητοί, αγρίμια κι αγριμάκια στο άκουσμα της λύρας του Ορφέα.

Ήταν πρωϊνό μιας καλοπλέξουδης Πέμπτης, 26 του ξανθού Απρίλη, έτους 2018, που άνοιξαν οι πύλες του κάτω κόσμου.

Ενας θεός κι ένας θνητός που έμελλε να γίνει αθάνατος και θεός συνταιριαστός, ο Ορφέας με το Μάνο διάβαιναν για τον απάνω κόσμο με προορισμό και γεωγραφικές συντεταγμένες την πόλη της ΞΑΝΘΗΣ.

Εκεί γεννήθηκε ο Μάνος το 1925, ενω κάποιες χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα, γεωγραφικά ο τόπος αυτός με κάποιους ακόμα όμορους ήταν η περιοχή που ημέρευαν Θεοί και θνητοί, αγρίμια κι αγριμάκια στο άκουσμα της λύρας του Ορφέα.

Στο πέρασμα των χρόνων η πόλη του Μάνου απέκτησε φήμη που την έκανε γνωστή στα πέρατα του κόσμου, στις άκριες της Γης.

Οι μετά το Μάνο γενιές θέλησαν να τον έχουν για πάντα προπομπό.

Έτσι σε δίμιτο απεριόριστων διαστάσεων κεντίστρες ξακουσμένες, που η βιομηχανία δεν τις έφτασε ποτέ, ούτε και ποτέ θα τις ξεπεράσει κάνοντας έναρξη το 2013, κένταγαν κάθε χρόνο τη μεγαλύτερη συμφωνική ορχήστρα που συνέθεταν νέεες και νέοι απο πολλά μουσικά σχολεία της πατρίδας μας και άλλα απο τις γειτονικές χώρες.Για το 2018 αναφέρονται 17 απο την Ελλάδα και 1 απο τη Ρουμανία.

Χωρίς να φανερωθούν στον κόσμο, ο Ορφέας με το Μάνο έρχονται κάθε χρόνο τις ημέρες αυτές για ενα σεργιάνι στην ΞΑΝΘΗ την πόλη των ονείρων.

Συνοδεύουν μάλιστα τα νεανικά μουσικά σχήματα.

Ο Ορφέας με μια πεντάχορδη λύρα πανομοιότυπη της αρχαίας που δανείζεται απο τη Φ. Ε. Ξ. κι ο Μάνος με ενα πιάνο σαν εκείνο της πρώτης δασκάλας του της Αρμένισσας Άννας Αλτουνιάν.

Στα σκαλιά του Δημαρχείου καθισμένοι σχολίαζαν, δε χόρταιναν να βλέπουν, να ακούνε ουράνιες μελωδίες, τερπνόμενοι…ευφραινόμενοι…

Έπιασαν τη συζήτηση.Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ ΗΛΙΟΣ στεφάνωνε τους νεαρούς, τις νεαρές μουσουργούς, τους εκπαιδευτικούς, τους εθελοντές, τους επισκέπτες της πόλης, τους Ξανθιώτες, τους παρευρισκόμενους, τους πάντες.Γύρω – γύρω όλοι, στη μέση ο ΜΑΝΩΛΗΣ…Ο ΜΑΝΩΛΗΣ.

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΑΣ ΙΗΣΟΥΣ.Ενσαρκωμένος σήμερα στα νεανικά χαμογελαστά πρόσωπα.

– Μάνο η πόλη σου είναι ολόδροση. Παντού πηγές νεανικών σχημάτων αναβλύζουν ατέλειωτα.

– Ορφέα τα ίδια ήταν θαρρώ και στα χρόνια σου. Ο τόπος είναι ευλογημένος. Αναβλύζουν αστέρια παντού. Μικρά και μεγάλα. Δημιουργούν το δικό τους στερέωμα.

– Έχετε Μάνο μου δικό σας Γαλαξία. Πουθενά στον κόσμο δεν ματαείδα μουσικούς ατελεύτητους.

– Ακούς τα τραγούδια τους, τους ήχους απο τα μουσικά όργανα; Σου μοιάζουν. Σαγηνεύουν τον κόσμο.

– Πολλώ κάρρονες… Νοιώθω πως με ξεπέρασαν.

– Κι εσένα, κι εμένα και όλους μας. Δώσε ενα χειροκρότημα ψυχής. Έλα.Ένα κι άλλο κατά πως λένε οι Πόντιοι.- Αυτό κάνω συνέχεια.

– Ανταμοίβεσαι με το παραπάνω. Δε συμφωνείς;

– Συμφωνώ, εγκρίνω κι επαυξάνω. Μόνο που να…πως θα τ΄ αφήσουμε όλα αυτά να πάμε αύριο πίσω;

– Επειδή, γυρνόντας πίσω, όλοι θα θέλουν να μάθουν που ήμασταν, τι κάναμε πως περνούσαμε, ορμήνεψε στη λύρα σου αυτό το σκοπό.Μια πόλη μαγικήζούμε μαζί οι δυο αγαπημένοιμια πόλη σαν κι αυτήπεθαίνει, ζεικι αλλάζει μαγεμένη. Σαν πέσει η σκοτεινιάη αναπνοή μουθα σμείξει με τ΄αγέριτότες η πόλη θα φανείμονάχη ερημικήσαν τ΄ακριβό μου αστέρι.

– Πάμε τώρα Ορφέα. Χαιρέτα τον απάνω κόσμο. Την ΞΑΝΘΗ.

– Ναι, Μάνο. Να επιστρέψω τη λύρα και να κατηφορήσουμε… 

 

Στέλιος  Αρσενίου