Τρίτο Μάτι

Καλωσόρισμα στην πρώτη εμφάνιση του ποιητικού λόγου του Βασίλη Παπαδόπουλου

Οι σελίδες μας ωρίμασαν πια μέσα στην γόνιμη σιωπή.

Από την μια ο βίαιος εκπατρισμός ανεπιθύμητων πολιτών

μαζί με άλλες εναλλακτικές στρατηγικές δυσκοίλιου τύπου

ώστε να επικρατήσει ο λόγος του λόξυγκα

μαγκιάς κολυμβητή μπανιέρας

Και από την άλλη ο ολόφρεσκος λόγος

του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή

που μου ήρθε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:

Τι θλιβερό…

Σέρνεις τρεμάμενο το βήμα

Ανάμεσα στων υπηκόων σου

τ’ αποκαΐδια

Φάνταζες κάποτε αγέρωχη

Ανέγγιχτη ματιά

Παντού σειρήνες έθελγαν

– νόμιζες –

το χέρι που έγραφε ιστορία

Ποτέ δεν κοίταξες

τα γράμματα

– μον’ σ’ ένοιαζε να είναι κεφαλαία

Τώρα που αδιέξοδη

είν’ η αλήθεια,

πως το μελάνι αίμα ήταν

– σκοτωμένο –

Τώρα δεν έμεινε ούτε ένας

να θάψει τη ντροπή σου

Θα κυνηγάς αέναα

Να ζήσεις την Ανάσταση

Θεός δεν είσαι, 

κι ούτε ήθελες ποτέ να γίνεις.

Το ποίημα αποτελεί ανέκδοτο τμήμα

από την προς έκδοση ποιητική συλλογή

που μου έχει εμπιστευτεί ο αποστολέας.

Με τον συμπότη μου Βασίλη Παπαδόπουλο

αποτελέσαμε μαζί αποκλειστικά εκείνο το κοινό,

που στο κρίσιμο ιστορικό πέρασμα

από τα χρόνια της Πόλης,

δεν επιτρέψαμε την απότομη παρακμιακή βαθιά μεταβολή

που συντελέστηκε να μας εμποτίσει.

Απέναντι στα δημαγωγικά ξόρκια και την πυκνή ομίχλη

των υπεκφυγών που μετέτρεψαν εδώ και πολλά χρόνια τον πολίτη

σε παθητικό αδιάφορο για τα κοινά,

προτείναμε την επιστροφή της υπεύθυνης αυτοκριτικής και στοχαστικής πολιτικής ως ένα ουμανιστικό πρόσταγμα για την κανονικότητα του αυτονόητου στην Πόλη.

Και αυτό γιατί για εμάς

η Παρασκευή είναι η τελική πατρίδα

στον δρόμο για το Σαββατόβραδο του Λειβαδίτη.

Η ανάγνωση και η γραφή,

μας στάθηκαν διαδικασίες αυτονόμησης και αυτοπραγμάτωσης.

Σε όλο το σύνολο των ποιημάτων του,

που μου έχει αποστείλει έως τώρα διαπιστώνω μια ροή

στον λόγο χωρίς καθόλου κενά.

Τα άφθονα και διάσπαρτα ερμηνευτικά κλειδιά που παρέχει

μας προκαλούν και μας προσκαλούν στο ποιητικό του σύμπαν.

Η ευφυΐα και η ευστοχία του είναι συναρπαστικές και παροιμιώδεις, έτσι ώστε να εισπράττεις την εικόνα καθαρή,

συνοδευόμενη από μια αιωρούμενη τρυφερή νοσταλγική μελαγχολία.

Τελειώνω την μικρή αναφορά μου

στην σχέση μου με το πρόσωπό του και τον λόγο του

αφιερώνοντάς του λίγους στίχους του Ισαάκ Σούση:

«Και εμείς

 Αδειανοί δορυφόροι στο Διάστημα

 για να βλέπουν οι φλώροι

πως φυτρώνουν οι σπόροι

σε μιας λάθος ζωής το ανάστημα»

Βασίλη μου σε ευχαριστώ Θερμά

Με εκτίμηση

Μιχάλης Σπανίδης

Εκδότης-Βιβλιοπώλης

 

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button