Συνεχίζοντας το Δίκτυο Λόγου και Πράξης τη συνεργασία του με εκπαιδευτικά ιδρύματα πήρε μέρος στο γιορτασμό της επετείου της 4ης Οκτωβρίου 1919 στο Γ΄ Γυμνάσιο Ξάνθης, ύστερα από σχετική πρόσκληση – πρόταση. Στη γιορτή που πραγματοποιήθηκε στο χώρο εκδηλώσεων του σχολείου κύριος ομιλητής ήταν ο ιστορικός κ. Αλεξόπουλος Αριστοτέλης που μίλησε στα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς για την ημέρα απελευθέρωσης της Ξάνθης και τη σημασία της. Θερμό χαιρετισμό απηύθυνε η διευθύντρια του γυμνασίου κ. Β. Παπανάστου.   

Συνεχίζοντας το Δίκτυο Λόγου και Πράξης τη συνεργασία του με εκπαιδευτικά ιδρύματα πήρε μέρος στο γιορτασμό της επετείου της 4ης Οκτωβρίου 1919 στο Γ΄ Γυμνάσιο Ξάνθης, ύστερα από σχετική πρόσκληση – πρόταση. Στη γιορτή που πραγματοποιήθηκε στο χώρο εκδηλώσεων του σχολείου κύριος ομιλητής ήταν ο ιστορικός κ. Αλεξόπουλος Αριστοτέλης που μίλησε στα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς για την ημέρα απελευθέρωσης της Ξάνθης και τη σημασία της. Θερμό χαιρετισμό απηύθυνε η διευθύντρια του γυμνασίου κ. Β. Παπανάστου.   

  Εκ μέρους του Δικτύου μίλησε ο Μιχάλης Σπανίδης, που ευχαρίστησε το γυμνάσιο για την πρόσκληση και τα παιδιά για την συμμετοχή τους, λέγοντάς τους πόσο σημαντικά είναι αυτά που θα ακούσουν και θα δούνε για την μνήμη μας για να ξέρουνε από πού έρχονται και που πηγαίνουνε. Ο συλλέκτης Τάσος Τεφρωνίδης πρόβαλλε στο κοινό σπάνιες σχετικές φωτογραφίες, τις οποίες κατά ένα παραστατικό διαλεκτικό τρόπο σχολίαζε με το Μ.Σπανίδη.

  Την όλη εκδήλωση παρακολούθησε η σχολική σύμβουλος φιλολόγων ν. Ξάνθης κα Άννα Αγγελοπούλου, η οποία απηύθυνε χαιρετισμό .

  Στη συνέχεια παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την εμπεριστατωμένη ομιλία του κ. Αλεξόπουλου.

«Η συνθήκη του Βουκουρεστίου αποτέλεσε μια επιτυχία της Βουλγαρικής διπλωματίας. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος βλέποντας ότι η χώρα του χάνει σε μικρό χρονικό διάστημα ό,τι είχε κερδίσει κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο ζήτησε την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων για την κατάπαυση του πυρός. Το Βουκουρέστι ορίστηκε ως τόπος για την συζήτηση των όρων της ειρήνης. Την Ελλάδα στις διαπραγματεύσεις αυτές εκπροσώπησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η Βουλγαρία στο Βουκουρέστι διεκδίκησε όλη την Α. Μακεδονία και Δ. Θράκη περιοχές που διεκδικούσε και η Ελλάδα. Το διπλωματικό παιχνίδι στις διαπραγματεύσεις αυτές ήταν σκληρό και έντονο. Οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθώντας να προωθήσουν τα συμφέροντά τους συχνά άλλαζαν θέσεις. Σε γενικές γραμμές όμως, η Ρωσία η Αυστρία και η Γερμανία υποστήριζαν φανερά την Βουλγαρία και πίεζαν την Ελλάδα να δώσει διέξοδο στην Βουλγαρία προς το Αιγαίο. Η Ιταλία και η Αγγλία εμφανιζόταν ως ουδέτερες, ενώ η Γαλλία ζητούσε να επέλθει ειρήνη στην περιοχή.  Έτσι η Ελλάδα κάτω από την πίεση των μεγάλων δυνάμεων αναγκάστηκε να δεχθεί τα νέα σύνορα να είναι η γραμμή του Νέστου ποταμού.

(…)Η δεύτερη αυτή κατοχή (1913  – 1919 ) της Δ. Θράκης από τους Βουλγάρους υπήρξε πολύ χειρότερη από την πρώτη (…) Με το που έφτασαν οι Βούλγαροι στην πόλη κατέλαβαν τα σπίτια και τα καταστήματα αυτών που είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους. Όσοι Έλληνες παρέμειναν υπέμειναν τις βουλγαρικές βιαιότητες και πολλοί από αυτούς απελάθηκαν. (…) Ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης από 13.000 που ήταν έφτασε τις 7.000. Το 1914 ξεκινά ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος  (…)Με την λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων (30 Σεπτεμβρίου 1918) εγκαταστάθηκε διασυμμαχικός έλεγχος στην Δ. Θράκη.(…)Την περιοχή αυτή πλέον την διεκδικούσαν διπλωματικά η Βουλγαρία, η Τουρκία, και η Ελλάδα, ενώ παρασκηνιακά υπήρχε και η φήμη για την δημιουργία Γαλλικού προτεκτοράτου που θα διασφάλιζε τα γαλλικά συμφέροντα στην Μέση Ανατολή και την Τουρκία. Στο συνέδριο της ειρήνης του Παρισιού (Ιανουάριος 1919 – Ιανουάριος 1920) ο Βενιζέλος εκπροσώπησε την Ελληνική πλευρά, ζητώντας από τους συμμάχους την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στην Β. Ήπειρο, την Δ. Θράκη, την Δ. Μικρά Ασία, την Ίμβρο, την Τένεδο, το Καστελόριζο, την Δωδεκάνησο και την Κύπρο. Αρχικά οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Γαλλίας, της Αγγλίας και των ΗΠΑ συμφώνησαν να παραχωρηθεί ολόκληρη η Δ.  Θράκη στους Έλληνες με την προϋπόθεση ότι θα αποκτούσε η Βουλγαρία οικονομική διέξοδο στο Αιγαίο από τα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης, της Καβάλας ή της Θεσσαλονίκης. Έγιναν ακόμη δεκτές σε γενικές γραμμές και οι ελληνικές αξιώσεις για την Α. Θράκη. Τον Μάρτιο όμως του 1919 παρατηρήθηκε αιφνίδια μεταβολή των απόψεων της αμερικανικής πλευράς υπέρ των Βουλγάρων, καθώς και η υποστήριξη αυτών από την Ιταλία. Παρά όμως την Αμερικανο-Ιταλική άποψη επικράτησε η Αγγλο-Γαλλική για την δικαίωση των ελληνικών διεκδικήσεων. Επιπλοκές όμως δημιουργήθηκαν για ακόμη μία φορά (…) Ο Βενιζέλος τότε προσκόμισε εθνολογικές στατιστικές πριν από το 1878, που έδειχναν ότι ο Ελληνικός πληθυσμός είχε την αδιαμφισβήτητη υπεροχή και ζήτησε ακόμη την άμεση εκκένωση της Δ. Θράκης από τους Βούλγαρους και την είσοδο σ’ αυτήν των συμμαχικών δυνάμεων.

Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό παρά τις αντιδράσεις των Αμερικανών και δόθηκε εντολή στον Γάλλο αρχιστράτηγο του συμμαχικού στρατού της Ανατολής Φρανσέ Ντ’ Εσπερέ να εκκενώσει την Δ. Θράκη εντός του Οκτωβρίου του 1919 από τους έστω αφοπλισμένους Βούλγαρους στρατιώτες και να προωθήσει τα συμμαχικά στρατεύματα για την κατάληψη όλης της επικράτειας.(…)Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι τα ελληνικά στρατεύματα που κατέλαβαν την Ξάνθη, δεν εκπροσωπούσαν το ελληνικό κράτος, αλλά την διασυμμαχική διοίκηση που εγκαταστάθηκε στην Δ. Θράκη. Η προώθηση όμως ελληνικών στρατευμάτων στην περιοχή ερμηνεύθηκε από όλους ως αδιάσειστο τεκμήριο και αρραβώνας για την τελική εκχώρηση της Δ. Θράκης στην Ελλάδα, αν και δεν ήταν σαφές και οριστικό παραχωρητήριο.(…)Την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων ανέλαβε ο συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, που εργάστηκε με σθένος για την αποτροπή της αυτονόμησης της Δ. Θράκης. Στην κίνηση αυτή πρωτοστάτησε ο Τζαφέρ Ταγιάρ, που κάτω από την προστασία των Γάλλων, βρήκε ερείσματα σε δυσαρεστημένους Τούρκους, Εβραίους, Αρμένιους, Βουλγάρους και Λεβαντίνους. Φανατικοί Τούρκοι με επικεφαλής τον Ισμαήλ Χακή μπέη και Βούλγαροι με τον Γκεορκίεφ επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της ιδέας της αυτονομίας της Θράκης, χρησιμοποιώντας μάλιστα δυναμικά μέσα και μοιράζοντας όπλα σε μουσουλμανικούς και βουλγαρικούς πληθυσμούς. Τις προσπάθειες αυτές όμως δεν συμμερίζονταν όλοι οι τουρκικοί κύκλοι. (…)Ο Χ. Βαμβακάς επικέντρωσε στην προσοχή του στην απομάκρυνση των πολυάριθμων Βούλγαρων υπαλλήλων, στην επιστροφή των εκκλησιών τους στους Έλληνες και στην επαναλειτουργία και επάνδρωση των ελληνικών σχολείων».  

   Κλείνοντας, σημειώνουμε ότι η συνεργασία του Δικτύου Λόγου και Πράξης με το συγκεκριμένο σχολείο, αλλά και με  άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα της περιοχής μας θα συνεχιστούν και στο άμεσο μέλλον με ιστορικές, λογοτεχνικές και άλλες πολιτιστικές παρεμβάσεις.

Θανάσης Μουσόπουλος

Συντονιστής Δικτύου Λόγου και Πράξης