Το 2011 γνώρισα το συντοπίτη Μιχάλη Μπουναρτζίδη, διάβασα το μυθιστόρημά του “Προσευχή για τις καινούριες πατρίδες” και μίλησα γι’ αυτό. Το 2012 στα πλαίσια των Γιορτών Παλιάς Πόλης, στο Θεατράκι στο Μονοπάτι της Ζωής, του Δικτύου Λόγου και πράξης, μίλησα πάλι για το ίδιο βιβλίο.

Το 2011 γνώρισα το συντοπίτη Μιχάλη Μπουναρτζίδη, διάβασα το μυθιστόρημά του “Προσευχή για τις καινούριες πατρίδες” και μίλησα γι’ αυτό. Το 2012 στα πλαίσια των Γιορτών Παλιάς Πόλης, στο Θεατράκι στο Μονοπάτι της Ζωής, του Δικτύου Λόγου και πράξης, μίλησα πάλι για το ίδιο βιβλίο.

Ο Μιχάλης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1947, σπούδασε Δασονομία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στη θαλάσσια βιολογία και στις υδατοκαλλιέργειες. Παράλληλα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον οικονομικό τομέα. Από μικρός έγραφε, διάβαζε πολύ και εξίσου πολύ αγαπά όλα τα είδη μουσικής. Τρίτη αγάπη του είναι η φωτογραφία και η ζωγραφική.

Το βιβλίο του “Προσευχή για τις καινούριες πατρίδες” έκανε πολύ θετική εντύπωση από την πρώτη στιγμή έκδοσής του. Αναφέρεται στην ιστορία της ενιαίας Θράκης από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τις πρώτες τραγικές δεκαετίες του 20ου αιώνα. Μέσα από το συναρπαστικό λόγο του συγγραφέα γνωρίζουμε την οδύσσεια του θρακικού – και όχι μόνο – ελληνισμού.

Το 2011 στα πλαίσια των Θρακικών Λαογραφικών Γιορτών παρουσιάστηκε στο κοινό της Ξάνθης. Τότε, μαζί με άλλους, μίλησα για το βιβλίο, δίνοντας έμφαση στη σχέση του με την ιστορία. Ο δημοσιογράφος Θ. Μπακάλης σε σχετικό κείμενό του αναφέρει (στην εφημερίδα ‘Παρατηρητής της Θράκης’) :

Θ. Μουσόπουλος “Έχει τα χαρίσματα και της λογοτεχνίας και της ιστορίας”

Ο φιλόλογος και συγγραφέας Θανάσης Μουσόπουλος χαρακτήρισε “αποκάλυψη” το βιβλίο, εξηγώντας: “Δεν το λέω επειδή πρόκειται για κάτι που έγραψε ένας Ξανθιώτης – αν και αυτό είναι σημαντικό – αλλά γιατί μπόρεσε και πάντρεψε δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα, την ιστορία και τη λογοτεχνία.

Το βιβλίο κινείται μεταξύ των δύο και έχει τα χαρίσματα και της λογοτεχνίας (φαντασία και θελκτικότητα στον τρόπο γραφής), αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η ιστορική διάσταση”.

Αναφερόμενος στη θεματολογία του βιβλίου, ο ομιλητής σημείωσε: “Ένας που δεν έχει επαφή με την ιστορία, μπορεί μέσα από αυτό το βιβλίο να γνωρίσει την ιστορία της ενιαίας Θράκης στο διάστημα 1880-1920 περίπου. Δηλαδή τότε που η Ρωμυλία, η ανατολική και η δυτική Θράκη ήταν ενιαίος χώρος και στη συνέχεια ένα τμήμα πήγε στη Βουλγαρία, ένα στην Τουρκία και το άλλο έμεινε στην Ελλάδα.

Οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτό το χώρο της ενιαίας Θράκης τραβούν πάρα πολλά και μέσα από τα βιώματά τους μαθαίνουμε την ιστορία και την πορεία τους. Πραγματικά ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης δίνει την ψυχή του, γράφει την ιστορία των προγόνων του που μέχρι το 1920 περνούν ανάμεσα σε τρεις πατρίδες, ανάμεσα σε όσα οι μεγάλες δυνάμεις θέλουν για την περιοχή μας. Και βέβαια το ερώτημα είναι τι φταίει ο απλός άνθρωπος που βρίσκεται σαν μπαλάκι μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, μεταξύ των συμφερόντων”.

Ο κ. Μουσόπουλος συνόψισε τις σκέψεις του λέγοντας ότι “ο συγγραφέας χειρίζεται με ανθρωπιστική διάθεση την ιστορία και καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον και σε επίπεδο μυθοπλασίας, αλλά και σε επίπεδο ενημέρωσης πάνω στα θέματα ιστορίας”.

Την ίδια χρονιά επίσης, στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Φοροτεχνική και Θρακική Προσέγγιση” (τ. 209 / Σεπτέμβριος 2011, σελ. 65 – 77) – που θεωρώ σημαντική απώλεια τη διακοπή έκδοσής της λόγω ‘κρίσης’ – σε μια σειρά τριών άρθρων παρουσίασης ιστορικών μυθιστορημάτων αναφέρομαι στη σχέση Ιστορίας και Λογοτεχνίας μέσα από το μυθιστόρημα του Μπουναρζτίδη. Θεωρώ ότι για την ιστορία της ενιαίας Θράκης κατά το διάστημα 1880 – 1920 το βιβλίο τούτο είναι χρήσιμο βοήθημα για τα θρακιωτόπουλα που θέλουν να γνωρίσουν την ιστορία του τόπου τους, ‘όργανο θρακογνωσίας’, όπως σημειώνω, που μπορεί να εισαχθεί ως βοήθημα στα πλαίσια του μαθήματος της “τοπικής ιστορίας”

Σε ένα σημείο μάλιστα αυτού του άρθρου μου αναφέρω ότι εκτός από την ιστορία γνωρίζουμε μέσα από το βιβλίο αυτό και τη λαογραφία.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012, προτίμησα να αναφερθώ στη λαογραφική του διάσταση, δίνοντας έμφαση στη σχέση Λογοτεχνίας και Λαογραφίας, φέροντας παραδείγματα από το βιβλίο του.

Θεωρώ χρήσιμο, να μιλήσουμε εισαγωγικά για την ηθογραφία, την πεζογραφία που συναρτά την τέχνη του λόγου με τη λαογραφία, την επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Ο ιδρυτής της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης ήδη από τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έθεσε τα θεμέλια της νέας επιστήμης. Την ίδια περίοδο η λεγόμενη γενιά του 1880 στρέφεται στη γλώσσα του λαού και στη ζωή στην ύπαιθρο.

Ο Μιχαήλ Περάνθης σε σχετικό κείμενό του σημειώνει: “Το ξεκίνημα άρχισε λίγο πριν απ’ το τέλος του περασμένου αιώνα, ενώ το πρώτο στάδιο της ωρίμανσης μπορεί να τοποθετηθεί στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα (…) Με την αρχή του αιώνα προχωρούν οριστικά στη δημοτική, που προέχει πια σαν κυρίαρχο χαρακτηριστικό ολόκληρης της πλειάδας, των λεγόμενων ‘ηθογράφων’.

Εκτός απ’ τη γλώσσα, τους ενώνει ακόμα ο κοινός προσανατολισμός προς τη γηγενή πραγματικότητα, που την εκφράζει κατά κύριον λόγο η αγροτική Ελλάδα, για ν’ ακολουθήσουν δειλά δειλά και εικόνες αστικής ζωής. Τέλος, στα είδη που καλλιεργούν, περιλαμβάνεται το διήγημα, η νουβέλλα και το μυθιστόρημα”.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας με το έργο του “Ο Ζητιάνος” (1896), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με τη “Φόνισσα” (1903) και ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849 – 1896) με τα έργα του “Το αμάρτημα της μητρός μου”, “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” και άλλα, μίλησε προδρομικά για τη θρακική ψυχή και ζωή.

Η νεοελληνική πεζογραφία, όμως προχώρησε, δεν έμεινε στην ηθογραφία του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης στο βιβλίο του “Η Πεζογραφία του Ήθους”, γράφει για τον 20ο αιώνα, αναφερόμενος στις μεταπολεμικές μετακινήσεις πληθυσμών, “που προκάλεσαν τέτοιες αλλοιώσεις, σαν αυτές που παρατηρούμε στη χώρα μας, από το 1960 ιδιαίτερα και πέρα, δεν έχει ξαναγνωρίσει η Ελλάδα από την εποχή της άλωσης, αν εξαιρέσει κανείς μόνο τη μετακίνηση από την Ιωνία και την εγκατάσταση των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, το 1922 -’23.

Οι αλλοιώσεις αυτές είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι θα έχουν συνέπειες μόνο στην οικονομία, στα οικιστικά και περιβαλλοντολογικά προβλήματα που πρέπει να λυθούν, ή στις πολιτικές προοπτικές και στις συγκρούσεις των κοινωνικών ομάδων. Έχουν, από τώρα κιόλας, και θα έχουν στο μέλλον τις πιο σοβαρές συνέπειες στο ήθος και στο πνεύμα του νέου ελληνισμού, καθώς οι τελευταίες αντιστάσεις της εθνικής παράδοσης – όπως ως τώρα τις γνωρίσαμε – πηγαίνουν απότομα να υποχωρήσουν”.

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, μια νέα πραγματικότητα, την οποία κλήθηκε να προσεγγίσει η νεότερη πεζογραφία. Στο Μεσοπόλεμο η νέα πραγματικότητα και η νέα πεζογραφία παρουσιάζουν σχέσεις αλληλεξάρτησης. “Η νέα πεζογραφία εγκαταλείπει τα γνωστά εδάφη, τους δοκιμασμένους τρόπους γραφής και την ως χθες θεματολογία των δημιουργών της. Φιλοδοξεί να γίνει πεζογραφία του αστικού χώρου”. Η μεταπολεμική γενιά ασχολήθηκε περισσότερο με τα δημόσια γεγονότα, ενώ οι εντελώς νεότεροι πεζογράφοι δείχνουν μια τάση επιστροφής στον εγωκεντρισμό και στη φορμαλιστική εκζήτηση, υποστηρίζει ο Σπ. Πλασκοβίτης.

Αν όλα αυτά ισχύουν σε γενικές γραμμές για τη σύγχρονη νεοελληνική πεζογραφία, δε σημαίνει ότι όλα τα λογοτεχνήματα ακολουθούν ένα συρμό, που συχνά μάλιστα καθορίζεται από εξωλογοτεχνικούς όρους και αλλότρια συμφέροντα.

Το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μπουναρτζίδη “Προσευχή για τις καινούριες πατρίδες” είναι ένα σύγχρονο κείμενο, που αναφερόμενο στη Θράκη του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου δίδει στον αναγνώστη με ενάργεια και πειστικότητα το ‘ήθος’ μιας ολόκληρης εποχής και ενός ολόκληρου λαού. Έχοντας ο συγγραφέας υπόψη του πληθώρα πηγών, όχι μόνο συναρτά τη λογοτεχνία με την ιστορία [όπως προείπαμε] αλλά και με τη λαογραφία – τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις και την ψυχοσύνθεση ατόμων και συνόλων. Διαβάζοντάς το ξαναζωντάνεψαν μέσα μου οι ξανθιώτικες γειτονιές της δεκαετίας του ’50, όταν τα βραδάκια χριστιανές και χανούμισσες γειτόνισσες καπνίζοντας συζητούσαν και επικοινωνούσαν. Αυτό το κλίμα που και ο Μιχάλης μεταδίδει με επιτυχία με το γραπτό του.

Θα παραθέσω κάποια σύντομα αποσπάσματα, παραδειγματικά.

“Την άλλη μέρα, παραμονή του Αη Γιάννη τα παιδιά είχαν δουλειά. Με το που βγήκαν απ’ τα σπίτια τους άρχισαν το μάζεμα των ξύλων για τις φωτιές. Γύριζαν παντού, μάζευαν ό,τι έβρισκαν που μπορούσε να καεί, κλαδιά, παλιά άχρηστα σανίδια, τσαλιά από τους θάμνους, ξερά ξύλα απ’ το δάσος που δεν είχαν ακόμα σαπίσει. Ετοίμαζαν φωτιές στο μαχαλά τους, στα σοκάκια, στις πλατείες. Έφτιαξαν και την πιο μεγάλη στην κάτω πλατεία” (σελ. 76).

“Στα βουνά της Ροδόπης, που οι άκρες τους κατά την ανατολή έσβηναν ήμερα στον τόπο τους, οι Πομάκοι, αυτοί οι αρχαίοι ντόπιοι, είχαν ξεσηκωθεί κι είχαν αποκλείσει τα περάσματα, είχαν κηρύξει ανεξαρτησία ! … κι απ’ τους Τούρκους κι απ’ τους Βουλγάρους… απ’ όλους !” (σελ. 30).

“Την άλλη μέρα ήταν οι ετοιμασίες για το γάμο, γυναικείες δουλειές… Βγήκαν με τον Φώτη και το θείο του να πιουν ένα καφέ. Κάθησαν σ’ ένα μεγάλο καφενέ κοντά στο Μπεζεστένι. Ο Γιάγκος παρατηρούσε τα πάντα (…) ήταν φανερή η αγάπη των Βουλγάρων για τα δέντρα και τα πάρκα…” (σελ. 108-9).

“Πέρασε πάνω από ένας μήνας από κέινο το βράδυ… Ήταν πια των Ταξιαρχών, η γιορτή του Μιχάλη. Έβρεχε μια σιγανή παγωμένη βροχή και τα καθισμένα μελανά σύννεφα δεν άφηναν τη μέρα να φωτίσει καλά” (σελ.  117).

Ιστορία, Λαογραφία, Φυσικό και Ανθρωπογενές περιβάλλον στο έργο του Μιχάλη Μπουναρτζίδη συν – αιρούνται και συμ – παρουσιάζονται, όπως άλλωστε είναι και η ζωή του ανθρώπου “νυν και αεί”.

‘Όταν το Δίκτυο Λόγου και Πράξης θέλησε να παρουσιαστεί αυτό το βιβλίο του Μιχάλη Μπουνατζίδη στο Μονοπάτι της Ζωής, μαζί με άλλες εξίσου σημαντικές εκδηλώσεις, κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα μιας ουσιαστικής προσέγγισης με την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Γιατί η “Προσευχή για τις καινούριες πατρίδες” είναι ένα αισιόδοξο και ρεαλιστικό κείμενο, που μας βοηθεί να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε τη Θράκη.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ξάνθη, Σεπτέμβριος 2012