Του Παναγιώτη Παύλου

 

                Είναι ευρύτατα γνωστή η πρωτοβουλία για την δημιουργία Κέντρων Κράτησης ανά την Ελλάδα, προκειμένου να δοθεί –προσωρινή έστω- λύση στο ζήτημα της ύπαρξης περισσοτέρων από 700.000 λαθρομεταναστών.

Του Παναγιώτη Παύλου

 

                Είναι ευρύτατα γνωστή η πρωτοβουλία για την δημιουργία Κέντρων Κράτησης ανά την Ελλάδα, προκειμένου να δοθεί –προσωρινή έστω- λύση στο ζήτημα της ύπαρξης περισσοτέρων από 700.000 λαθρομεταναστών.

Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε και δρομολογήθηκε η μεταφορά ικανού αριθμού λαθρομεταναστών και η (προσωρινή) κράτησή τους σε πόλεις της Θράκης, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε, το μέτρο αυτό έχει ξεκινήσει να εφαρμόζεται σε πολλές περιοχές της χώρας, θα υπέθετε κανείς ότι εύλογα λαμβάνει χώρα και η εφαρμογή του στο βορειοανατολικό αυτό άκρο της Ελλάδας.

Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε το πόσο λυσιτελές μπορεί ένα τέτοιο μέτρο να είναι στην προσπάθεια αντιμετώπισης ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει εν μέσω πρωτοφανούς κρίσης η χώρα μας. Αυτό που θα θέλαμε να επισημάνουμε εν προκειμένω, είναι η ιδιαίτερη πτυχή της εφαρμογής του στην για πολλούς λόγους ευαίσθητη ακριτική περιοχή της Θράκης.

Σε πολιτικό επίπεδο, άλλωστε, είναι γνωστό το ότι ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς δεσμεύθηκε προεκλογικά για την πάταξη της λαθρομετανάστευσης. Είναι, επίσης, γνωστό και το ιδιαίτερο, δηλωμένο ενδιαφέρον της σημερινής κυβέρνησης δια στόματος του Πρωθυπουργού, υπέρ της Θράκης. Είναι λογικό, επομένως, να επιδιώκεται διακαώς να δοθεί έμπρακτη συνέχεια στις προεκλογικές δεσμεύσεις.

Βεβαίως, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα διαμορφώνεται η τάση οι πολιτικές αποφάσεις να εφαρμόζονται με γνώμονα το βραχυπρόθεσμο όφελος και όχι το μεσο-μακροπρόθεσμο συμφέρον της κοινωνίας, των πολιτών και της χώρας.

                Μολονότι είναι αναμενόμενο ότι το μέτρο της σύστασης των Κέντρων Κράτησης λαθρομεταναστών έχει να αντιμετωπίσει επιμέρους κάθε φορά δυσκολίες, θα πρέπει να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή του στη Θράκη.

Είναι γνωστό, ότι η Θράκη αποτελεί μοναδικό διεθνώς υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης χριστιανών και μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, κεκτημένο υπέρ του οποίου έχει μακροχρόνια πασχίσει η ελληνική Πολιτεία και το οποίο κερδίζεται διαρκώς χάρη κυρίως στην ποιότητα των ανθρώπων της περιοχής. Είναι επίσης, γνωστό, ότι αυτή την αρμονία επιβουλεύονται συμφέροντα τα οποία αντιβαίνουν τόσο το Διεθνές Δίκαιο όσο και τις σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ των χωρών, όπως αυτές προβλέπονται από τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις και συνθήκες.

                Δεδομένων των ανωτέρω, προκαλεί έντονο προβληματισμό η επιλογή να χρησιμοποιηθούν οι Σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας στην Ξάνθη και την Κομοτηνή, για την κράτηση παράνομων μεταναστών, οι οποίοι συλλαμβάνονται στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ξένιος Ζεύς».

Λαμβανομένου υπόψη ότι οι Σχολές αυτές βγάζουν προσωπικό όχι πλεονάζον αλλά λίαν απαραίτητο για την διαφύλαξη της ευνομίας της χώρας, εύλογα στο νου του κάθε καλοπροαίρετου πολίτη προκύπτει μια σειρά ερωτημάτων:

Τι είδους λογική χρησιμοποίησαν όσοι συμβούλεψαν τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη και τον ενεθάρρυναν σε μια ατυχέστατη στην εφαρμογή της πολιτική εντολή;

Έλαβαν άραγε, υπόψη τους το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις των Σχολών κτίστηκαν με δαπάνες του ελληνικού λαού, για να υποδέχονται μελλοντικούς αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ.; Συνειδητοποίησαν ότι η κράτηση των λαθρομεταναστών γίνεται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα – Σχολές της ΕΛ.ΑΣ., τα οποία προφανώς δεν έχουν κατασκευαστεί ως χώροι κράτησης, κι επομένως δεν διαθέτουν υποδομή ασφαλούς κράτησης και φύλαξης;  Αξιολόγησαν το γεγονός ότι η μετασκευή τους σε κρατητήρια είναι πολυδάπανη και χρονοβόρα;

Γνώριζαν, παραδείγματος χάριν, ότι στις εγκαταστάσεις αυτές υπάρχει πλήθος παραθύρων χωρίς κάγκελα, ότι τα παράθυρα φέρουν τζάμια που πολύ εύκολα μπορούν να αποτελέσουν όπλα στα χέρια των κρατουμένων, με απρόβλεπτες συνέπειες; Αξιολόγησαν το ενδεχόμενο φθοράς και καταστροφής των υποδομών αυτών;

Αληθεύει, άραγε, ότι, παρά την πρόβλεψη των 2+2 μηνών μέγιστης κράτησης, σκοπός της μεταφοράς λαθρομεταναστών στις Σχολές της ΕΛ.ΑΣ. στη Θράκη (Ξάνθη, Κομοτηνή) είναι να κρατηθούν εκεί έως και 12 μήνες, ώστε στο διάστημα αυτό να πιεστούν, να «αγανακτήσουν» -όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ανώτατος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ.-, κι έτσι να ζητήσουν οι ίδιοι επαναπροώθηση στις χώρες τους;

Γιατί, ακόμη κι αν ορισμένοι θεωρούν για τους δικούς τους λόγους την Θράκη «χωματερή», θα πρέπει επιπλέον, να την θέτουν στο περιθώριο και να την εκθέτουν σε κίνδυνο, καταργώντας μέρος της εκεί επιχειρησιακής δυνατότητας της Ελληνικής Αστυνομίας;

Τα ερωτήματα αυτά επιτείνονται ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι η σημερινή κυβέρνηση τόσο σε επίπεδο διακηρύξεων όσο και σε επίπεδο πολιτικής βούλησης έχει δείξει ότι τουλάχιστον δεν επιθυμεί να αποστερήσει την περιοχή της Θράκης από τις ζωτικές της ανάγκες. Και άρα, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν θα αποφάσιζε ποτέ να καταργήσει επί της ουσίας τις Σχολές της ΕΛ.ΑΣ. με τέτοιον τρόπο.

Ωστόσο, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι όλα τα ανωτέρω γίνονται σύννομα, σύμφωνα προς το Ελληνικό Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο και χάριν των διεθνών δεσμεύσεων της Ελλάδας, θα ήταν άσκοπο να αρνηθεί κανείς το ότι, η μεθόδευση που ακολουθήθηκε εκθέτει τις προθέσεις.  Διότι η μεταφορά των λαθρομεταναστών στις Σχολές της ΕΛ.ΑΣ. στη Θράκη έγινε κρυφά, κατά τη διάρκεια της νύχτας και χωρίς την ύπαρξη καμίας πρότερης ενημέρωσης ή προετοιμασίας για την κράτησή τους.

Μήπως επομένως, υπήρχε ο φόβος αντίδρασης των κατοίκων της Ξάνθης και της Κομοτηνής, οι οποίοι ξυπνώντας ένα πρωί έμαθαν ότι στη Σχολή που βρίσκεται δίπλα στα σπίτια τους φυλάσσονται πλέον με μεγάλα ρίσκα, και με παντελή έλλειψη προδιαγραφών ασφαλείας που προβλέπονται για ένα χώρο κράτησης -όπως προαναφέραμε- εκατοντάδες απελπισμένοι, ταλαίπωροι, λιμοκτονούντες συνάνθρωποι;

Ασφαλώς, η ανθρωπιστική διάσταση του προβλήματος είναι πολύ μεγάλη, όταν 1.300 περίπου άνθρωποι μεταφέρονται από διάφορες περιοχές του κέντρου της Αθήνας στην περιφέρεια της Ελλάδας, μη έχοντας τίποτε άλλο παρά μόνον τα ρούχα που φορούσαν κατά την προσαγωγή τους. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, ο Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Παντελεήμων κατά τη διάρκεια της Σύναξης των κληρικών της Μητρόπολης την περασμένη εβδομάδα, ζήτησε από όλους τους ιερείς να συλλέγουν στις ενορίες τους καινούρια ρούχα και εσώρουχα για να διανεμηθούν στους λαθρομετανάστες. Και είναι βέβαιο ότι το ίδιο συμβαίνει ή θα συμβεί και στις άλλες Μητροπόλεις της Θράκης.

Όπως είναι βέβαιο, ότι το Νοσοκομείο της Ξάνθης θα χρειαστεί σοβαρή ενίσχυση της υποδομής περίθαλψης που διαθέτει για να μπορέσει να διαχειριστεί περιστατικά που προκύπτουν ανάμεσα στους κρατουμένους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δημόσια υγεία από ασθένειες που συναντώνται κατά κόρον σε πολυπληθείς κοινότητες της Ασίας και της Αφρικής…

                Τα ανωτέρω δεν αποτελούν σκέψεις του γράφοντος. Ο οποίος τυγχάνει να έχει το μοναδικό προνόμιο ενεργού συμμετοχής σε πληθώρα πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και λοιπής ενεργειών στήριξης πάσης φύσεως αλλοδαπών που ζουν στην Ελλάδα, οικονομικών μεταναστών, προσφύγων, αιτούντων ασύλου, σε όλη την ελληνική επικράτεια. Και είναι άρα  σαφές ότι δεν κινείται επ’ ουδενί από τοπικιστικά κίνητρα. Άλλωστε, όποιος είναι πολίτης αυτής της χώρας, φέρει επάνω του την βαριά κληρονομιά της υποδοχής και προστασίας του ξένου…

Όμως, εκείνος που έχει γνώση του τόπου όπως οι κάτοικοι της  Θράκης, είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά της περιοχής αυτής, τα οποία καθιστούν την εφαρμογή επιλογών όπως η συγκεκριμένη, απολύτως απαγορευτική.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι –παρά τις υπόνοιες ορισμένων περί του αντιθέτου- δεν υφίσταται ζήτημα απαξιωτικής και περιφρονητικής συμπεριφοράς προς αυτόν τον μοναδικό ακριτικό τόπο.

 Ωστόσο, επειδή το διακύβευμα είναι μέγιστο και πρωτοφανές («κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»), καλούμαστε να επαγρυπνούμε. Εξάλλου, αυτό το «άχαρο» είναι και το τελικό καθήκον του κάθε πολίτη.

 

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (τεύχος 150, 30/8 – 5/9/2012)