Η χώρα πορεύεται στις εκλογές με τους πολίτες απογοητευμένους, οργισμένους και αμήχανους,  και με τις προεκλογικές κορώνες περισσότερο  να συσκοτίζουν παρά να φωτίζουν το αμείλικτο πρόβλημα: πώς θα επιβιώσουμε,  με τον βραχνά του Μνημονίου να μας δεσμεύει ασφυκτικά  για τις επόμενες  δεκαετίες,  υποθηκεύοντας  το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας;

Το&nbsp

 

Η χώρα πορεύεται στις εκλογές με τους πολίτες απογοητευμένους, οργισμένους και αμήχανους,  και με τις προεκλογικές κορώνες περισσότερο  να συσκοτίζουν παρά να φωτίζουν το αμείλικτο πρόβλημα: πώς θα επιβιώσουμε,  με τον βραχνά του Μνημονίου να μας δεσμεύει ασφυκτικά  για τις επόμενες  δεκαετίες,  υποθηκεύοντας  το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας;

Το  παγιδευτικό ψευτοδίλημμα: Ναι ή όχι στο μνημόνιο

·  To ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ επιμένουν στο μνημόνιο,  το οποίο  εθελόδουλα αποδέχτηκαν. Και υπόσχονται  ότι μέσα από αυτό  θα ανορθώσουν τη λεηλατημένη  χώρα. Κι ας  υπέγραψαν και επέβαλλαν  (με το εκβιαστικό δίλημμα «Μνημόνιο ή χάος»)   τις  στραγγαλιστικές για την οικονομία και την κοινωνία συμφωνίες με την Τρόικα.

·  Οι αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις  (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος) διακηρύσσουν  απόρριψη και ανατροπή του Μνημονίου, αποσιωπώντας το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα  αποτελούσε Πιστωτικό Γεγονός: Ανατροπή του  θα σήμαινε  στην πράξη και τυπική πλέον υποβάθμισή μας σε Χρεοκοπημένη Χώρα, δικαιώνοντας έτσι το  ψευτοδίλημμα « Μνημόνιο ή χάος».

Το σκεπτικό της ΔΗΜ.ΑΡ.

Γνωρίζουμε  ότι παρά τη διαφωνία μας με το συμφωνηθέν πλαίσιο  με τους δανειστές μας, αυτό υπάρχει αντικειμενικά,  και αποτυπώνει  δεσμευτική συμφωνία  της χώρας (επικυρωμένη μάλιστα από τα 2/3 των βουλευτών). Μέσα από αυτή μάλιστα τη συμφωνία  έχει  ρυθμιστεί να  εκπληρώσουν  οι  εταίροι μας  τη χρηματοδότηση που προβλέπεται στη «Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης».

Επιπλέον, η συμφωνία αυτή  προϋποθέτει ότι θα προωθηθούν από μέρους μας σοβαρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες είναι μονόδρομος για την  ανάπτυξη της χώρας(άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, περιορισμός φαρμακευτικής δαπάνης, εξυγίανση συστήματος δικαιούχων αναπηρικών συντάξεων, κ.λ.π.)

 Όμως η έννοια της δέσμευσης με τη συμφωνία αυτή δεν ισοδυναμεί με παραίτηση από τη διεκδίκηση αναπροσαρμογών του συμφωνηθέντος πλαισίου,  στο έδαφος νέων οικονομικών και πολιτικών δεδομένων τα οποία γίνονται ολοένα και πιο ορατά στο  μεταβαλλόμενο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο.

                              

Η συγκεκριμένη θέση της ΔΗΜΑΡ: Ανάμεσα στον πολιτικό τυχοδιωκτισμό (άμεση ανατροπή του Μνημονίου) από τη μια και τις μεγαλόστομες υποσχέσεις των εθελόδουλων κομμάτων του μνημονίου  από την άλλη, θεωρούμε ως μόνη εθνικά συμφέρουσα λύση επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου.  Η λύση αυτή δεν είναι  προεκλογική επινόηση γραφείου  αλλά επεξεργασμένη θέση την οποία διακηρύξαμε  από τον καιρό της  συζήτησης του Μνημονίου στη Βουλή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τη λύση αυτή θεωρούν πλέον αναπόφευκτο μονόδρομο  πολλοί διακεκριμένοι Έλληνες και ξένοι οικονομολόγοι  και διακηρύσσουν μαχητικά και Ευρωπαίοι πολιτικοί  ηγέτες (Φρανσουά Ολάντ, Κον Μπετίτ, Μάρτιν Σουλτς,  Χάνες,Σβόμποντα,  οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα της Γερμανικής Αριστεράς, κόμματα του Ευρωπαϊκού Νότου κ.ά.)

Πρέπει ωστόσο να ξεκαθαρίσουμε εντίμως ότι η λύση αυτή δεν είναι  απλή ούτε μπορεί  να επιτευχθεί αμέσως μετά τις εκλογές.

Μπορεί ωστόσο να προωθηθεί αποφασιστικά, αν:

Α. Ενισχυθεί μέσα από τις εκλογές  το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο με  προσανατολισμό την επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου.

Β. Δημιουργηθούν νέα θετικά δεδομένα στα δημοσιονομικά μας μεγέθη με την αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής λιτότητας, με μέτρα ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος που στοχεύουν στο δίκαιο επιμερισμό των βαρών, όπως προτείνουμε αναλυτικά  και τεκμηριωμένα στο πολιτικό μας πρόγραμμα.

Γ. Προχωρήσουν  οι κυοφορούμενες σημαντικές πολιτικές μεταβολές στο Γαλλογερμανικό Άξονα.  Η βαθμιαία, ορατή πλέον, αποδυνάμωση του μετώπου της Ευρωπαϊκής Δεξιάς (με αιχμή τον Γαλλογερμανικό Άξονα) θα δημιουργεί ευνοϊκότερους συσχετισμούς,  ώστε να αξιοποιούνται δυνατότητες για ρεαλιστικές υπερβάσεις και να διεκδικούμε ως χώρα τροποποίηση  των όρων του Μνημονίου.

Τα δυο κυβερνητικά κόμματα είναι μακριά από αυτήν τη λογική. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ υπόσχεται ότι με πειθήνια υποταγή στους όρους του Μνημονίου θα ανορθώσει τη χώρα. Το πιο απογοητευτικό  είναι ότι  έδωσε ήδη δείγματα γραφής για το μέλλον: Με την συγκαλυπτική της   εμμονή  στο « ΄Ολον ΠΑΣΟΚ»  και « στο ΠΑΣΟΚ κανείς δεν περισσεύει» έδωσε συγχωροχάρτι σε όλα εκείνα τα ανώτερα και μεσαία στελέχη που έκαναν πάρτυ διαφθοράς, οδήγώντας τη χώρα στη σημερινή κατάσταση. Η Ν.Δ. αρκείται σε κωλοτούμπες  αντιφάσεων και καλλιεργεί την αυταπάτη πως θα αναστρέψει τον κατήφορο,  που  η ίδια, μαζί με το ΠΑΣΟΚ οικοδόμησε.

 

 Η ζωτική για τη χώρα μας αλλαγή εκ των πραγμάτων  θα προκύψει μέσα από ένα συνδυασμό αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και κοινωνικών – πολιτικών αγώνων με προτάσεις που μπορούν να διεκδικηθούν,  ώστε η  αντιμετώπιση της κρίσης χρέους να γίνει μέσα από πολιτικές ανάπτυξης και απασχόλησης, η κοινωνία να μη διαλυθεί και να μη ζήσει σε καθεστώς χρεοκρατίας.

 Μόνο έτσι θα καταφέρει  το κυβερνητικό σχήμα που θα προκύψει μετά τις εκλογές  να φέρει σε πέρας το δυσκολότερο έργο της μεταπολίτευσης: να διαπραγματευτεί, συνδυάζοντας την εκπλήρωση των δεσμεύσεων και των στόχων απέναντι στους δανειστές μας, με την προσπάθεια για την έξοδο της χώρας μας από την κρίση και το πέρασμά της σε αναπτυξιακή τροχιά.

Η  Δημοκρατική Αριστερά έχει αυξημένη ευθύνη  στην κατεύθυνση αυτή και με βάση το σκεπτικό – πρόταση που ανέλυσα παραπάνω ζητά την ψήφο των Ελλήνων πολιτών για μια νέα αρχή.

Η αλλαγή του πολιτικού τοπίου με δυναμική παρουσία της Δημοκρατικής Αριστεράς θα αποτελέσει τον καταλύτη για μετατόπιση του άξονα της πολιτικής ζωής σε προοδευτική κατεύθυνση και θα δώσει την δυνατότητα για νέες συμμαχίες που θα στηρίζονται σε δύο απαράβατες προϋποθέσεις: δέσμευση σε κοινό πρόγραμμα συμβατό με τις θέσεις μας και φερέγγυα πρόσωπα για την υλοποίησή του.

Για την Ελλάδα στην Ευρώπη, με την οικονομία ζωντανή και την κοινωνία όρθια.

                                                     

                                                         ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΑΡΜΠΟΥΝΗΣ

 

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΔΗΜΑΡ ΞΑΝΘΗΣ