Και το φετινό καλοκαίρι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Οι φωτιές δεν σεβάστηκαν και πάλι την Ελλάδα μας και ξεχύθηκαν παντού, αδιαφορώντας για τα μεγάλα και τρανά λόγια των ηγητόρων μας που τις απειλούσαν ότι θα τις σταματήσουν. Καυτές γλώσσες φωτιάς παντού, πριν δύο χρόνια στην Πάρνηθα, το Πήλιο, τη Σαλαμίνα, τη Σκιάθο, φέτος στην Αττική, την Ζάκυνθο την Εύβοια, αύριο δεν ξέρω που, σ’ όλη την επικράτεια, ίσως και στο ίδιο μας το σπίτι.

Και το φετινό καλοκαίρι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Οι φωτιές δεν σεβάστηκαν και πάλι την Ελλάδα μας και ξεχύθηκαν παντού, αδιαφορώντας για τα μεγάλα και τρανά λόγια των ηγητόρων μας που τις απειλούσαν ότι θα τις σταματήσουν. Καυτές γλώσσες φωτιάς παντού, πριν δύο χρόνια στην Πάρνηθα, το Πήλιο, τη Σαλαμίνα, τη Σκιάθο, φέτος στην Αττική, την Ζάκυνθο την Εύβοια, αύριο δεν ξέρω που, σ’ όλη την επικράτεια, ίσως και στο ίδιο μας το σπίτι. Καυτά όμως και τα δάκρυα των πολιτικών μας που καθημερινά οδύρονται στα τηλεοπτικά παράθυρα, ρίχνοντας ο ένας τις ευθύνες στον άλλον. Αυτοί οι ίδιοι κλαίνε που προκάλεσαν τις φωτιές. Αυτοί οι ίδιοι που έκαψαν τα δάση. Αυτοί που έχουν μεταβάλει σε πρότυπο πλέον του Έλληνα τα δύο εξοχικά, τα τρία αυτοκίνητα και τα ένδεκα κινητά.


Αυτή η ανάγκη λοιπόν, μεταμόρφωσε τις πόλεις μας και τις έκανε αβίωτες. Μετέβαλε τις συνήθειές μας και μας υποχρέωσε να επιθυμούμε πράγματα που στην πραγματικότητα δεν τα έχουμε ανάγκη. Αυτή η ανάγκη, η κοινωνική πίεση δηλαδή όπως την ονομάζω εγώ, μας υποχρεώνει στον ασυγκράτητο υπερκαταναλωτισμό και την συνεχή απόκτηση νέων κτημάτων χωρίς κορεσμό. Αυτή η ανάγκη μας υποχρεώνει να κτίζουμε σπίτια μέσα στα δάση, να ανοίγουμε νέους δρόμους για τα 4Χ4 μας, ώστε στη συνέχεια να καταφθάσουν τα νέα δίκτυα της ΔΕΗ, το νερό για τις πισίνες μας, το τηλέφωνο και οι δορυφορικές, ο αλβανός με τα ψώνια και τις πίτσες. Κατ’ αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζονται οι εστίες κινδύνου και οι κατοικημένες περιοχές χρειάζονται μεγαλύτερο ανθρώπινο δυναμικό για να λειτουργήσουν και κατ’ επέκταση να προφυλαχτούν από τους κινδύνους που τις απειλούν.


Από τη μια, ο μόνιμος κάτοικος, θεωρεί ότι δεν είναι υποχρέωσή του να ενδιαφέρεται για τον περιβάλλοντα χώρο του, αφού αυτό είναι δουλεία του κράτους, το οποίο βέβαια πληρώνει αδρά, ούτε να παίρνει προσωπικά μέτρα ασφαλείας και να μεριμνά για την σωστή πρόβλεψη ακραίων έστω καταστάσεων. Από την άλλη, ο κάτοικος της εξοχικής κατοικίας ή και ο επισκέπτης ακόμη, δεν είναι μόνιμος κάτοικος και πολύ λίγο ενδιαφέρεται για το περιβάλλον του. Αδιαφορεί για τον χώρο του, αφού πηγαίνει εκεί μόνο τα σαββατοκύριακα, αγνοώντας βέβαια για την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής και μη ξέροντας ή και μη θέλοντας ακόμη, να πάρει μέτρα ασφάλειας και προστασίας. Εδώ δεν το κάνει ο μόνιμος, θα το κάνει ο περαστικός;


Αυτός ο νεοέλληνας δεν είναι ο παλαιός Έλληνας, ο αγρότης ή ο κτηνοτρόφος που ζούσε εκεί καλλιεργώντας την γη ή βόσκοντας τα ζώα του. Εκείνος φρόντιζε για τον ζωτικό του χώρο, αντιλαμβάνονταν πλήρως την αξία του περιβάλλοντος που του έδιδε τροφή και γι’ αυτό ήξερε να προστατεύει και να περιφρουρεί το δάσος του. Γιατί τότε ήταν δάσος του, ενώ τώρα είναι ένα χώρος για “να περνάμε καλά”. Και την φύλαξή του την έχουμε αναθέσει στο κράτος, περιμένοντας απ’ αυτό να φανεί συνεπές στις εξαγγελίες του. Και όταν το κακό συμβεί, ψάχνουμε ένα λάστιχο με νερό, μία μάνικα, μια υδροφόρα βρε αδελφέ, για να σώσουμε την δική μας περιουσία, ρίχνοντας συγχρόνως το ανάθεμα σ’ αυτούς που μας είπαν ωραία λόγια και δεν έκαναν τίποτα. Ας μη γελιόμαστε όμως, η αβελτηρία των κυβερνόντων δεν είναι μικρότερη από την δική μας αδιαφορία.


Μετά τη μεταπολίτευση έχει καεί περισσότερο από το 50% του εθνικού δρυμού. Τρομερό ποσοστό. Βλέπουμε ότι το ίδιο το κράτος (βλέπε εμείς) αδυνατεί κατά πρώτο λόγο να προνοήσει και κατά δεύτερο να θεραπεύσει τις όποιες μεταβολές και καταστροφές. Αλλά τα λάθη των παρελθόντων ετών δεν μας έγιναν ακόμη μαθήματα. Και αυτό διότι μάθαμε να ξεχωρίζουμε το κράτος από εμάς τους ίδιους. Ίσως και να μας βολεύει, διότι πάντα θέλουμε να τα περιμένουμε όλα από τους άλλους και πάντα χρειαζόμαστε κάποιον να φταίει για τα προβλήματά μας. Γι’ αυτό είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Εμείς οι ίδιοι εκθρέψαμε τον καταναλωτισμό. Εμείς οι ίδιοι προωθήσαμε το δόγμα “να περνάω καλά” χωρίς αυτοπεριορισμούς, χωρίς εγκράτεια, χωρίς υπομονή. Εμείς οι ίδιοι καίμε τα δάση, καταδικάζοντας τούς εαυτούς μας και τα παιδιά μας να πληρώσουν αυτήν την “πρόοδο”. Εμείς οι ίδιοι φταίμε, ή καλύτερα εγώ ο ίδιος φταίω, πνιγμένος στην σαρκική ευμάρεια και την υλική ευρωστία, ανήμπορος πλέον να αντιδράσω. Αλλά, η αδάμαστη φύση, αυτό είναι βέβαιο, θα πληρώσει το αντίδωρο της απάνθρωπης επέμβασής μου στο κορμί της. Εγώ λοιπόν φταίω, και φοβάμαι μην είναι πολύ αργά.


Ξάνθη, Αύγουστος 2009


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΙΧ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ


Πρόεδρος Δικαστικών Επιμελητών Εφετείου Θράκης