Πρωτοφανής αριθμός καπνιστών “εντοπίστηκε” στην Ξάνθη και τη Δράμα, αναλογικά για τα διεθνή δεδομένα, με βάση έρευνα που πραγματοιήθηκε και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή.

   Πρωτοφανής αριθμός καπνιστών “εντοπίστηκε” στην Ξάνθη και τη Δράμα, αναλογικά για τα διεθνή δεδομένα, με βάση έρευνα που πραγματοιήθηκε και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή.


    Η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων (το 67% των ενηλίκων ανδρών και γυναικών κατά μέσο όρο) καπνίζει, ποσοστό που δεν έχει καταγραφεί σε καμία άλλη περιοχή του κόσμου. Μπορεί το εισόδημα από την παραγωγή του καπνού να είναι μια σημαντική υπόθεση για μεγάλη μερίδα κατοίκων της περιοχής, όμως η αναλογία του αριθμού των καπνιστών είναι θλιβερή για την Ξάνθη.


   Ο αντίστοιχος μέσος όρο καπνιστών στην Ελλάδα ανέρχεται στο 46% και κατατάσσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση διεθνώς, άρα το ποσοστό που παρατηρείται στην Ξάθη και τη Δράμα, δικαίως χαρακτηρίζεται πρωτοφανές. Φαίνεται ότι τα μηνύματα για την πρόληψη και την ποιότητα ζωής δεν φτάνουν στην περιοχή μας. 


   Η έρευνα διενεργήθηκε στο διάστημα Απριλίου – ΜαΪου του 2008 στους νομούς Ξάνθης και Δράμας σε στρωματοποιημένο δείγμα 500 ενηλίκων σε κάθε νομό, με τη μέθοδο των ατομικών συνεντεύξεων στον χώρο κατοικίας των ερωτηθέντων.


Την ευθύνη είχε ο τομέας Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας”.


    Οι διαπιστώσεις ενδεχομένως αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που επικρατεί και σε άλλες ακριτικές περιοχές της χώρας:


   – Το 71,2% του δείγματος στον νομό Δράμας και το 64,4% στον νομό Ξάνθης είναι καπνιστές (4% και 2,8% αντίστοιχα δηλώνουν πρώην καπνιστές).


   – Μόνο το 5% των ερωτηθέντων στη Δράμα και το 3% στην Ξάνθη, είχαν έντονη σωματική δραστηριότητα ή άσκηση για μισή ώρα την ημέρα, πέντε έως επτά φορές την εβδομάδα, που αποτελεί τον ελάχιστο προτεινόμενο χρόνο για τη διασφάλιση καλής υγείας.


   – Οι διατροφικές τους συνήθειες παρουσιάζουν επίσης μεγάλη απόκλιση από τα προτεινόμενα πρότυπα.


    Πάνω από το 90% των κατοίκων καταναλώνουν περισσότερο κόκκινο κρέας από ό,τι πρέπει και μόνον ένας ή δύο στους δέκα, ικανοποιητικές ποσότητες λιπαρών ψαριών, φρούτων και λαχανικών.