Την απόφαση του εφετείου Θράκης, σύμφωνα με την οποία το σωματείο “Τουρκική Ένωση Ξάνθης” πρέπει να διαλυθεί, στηρίζει με εισήγησή του ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δ. Λινός.

Την απόφαση του εφετείου Θράκης, σύμφωνα με την οποία το
σωματείο "Τουρκική Ένωση Ξάνθης" πρέπει να διαλυθεί, στηρίζει με εισήγησή του ο
εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δ. Λινός.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Μακεδονία", στην
εισήγησή του ο κ. Λινός υπογραμμίζει, "με την κρίση του το εφετείο δεν παραβίασε
τις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του αρθ.105. Επίσης δεν παραβίασε
άλλες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον
διατάξεις του άρθρου 3 1 της σύμβασης -πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για
την προστασία των εθνικών μειονοτήτων (που έχει υπογράψει αλλά δεν έχει
επικυρώσει ακόμη η Ελλάδα) και της παραγράφου 32 του κειμένου της Κοπεγχάγης της
ΔΑΣΕ, προεχόντως διότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αποτελούν δεσμευτικά κείμενα,
ανεξαρτήτως του ότι ούτε άλλη διάταξη αναγνωρίζει δικαίωμα συλλογικού
αυτοπροσδιορισμού, όπως διατείνεται αβασίμως το αναιρεσείον".

Στην εισήγηση αναφέρεται "πως στην περίπτωση κατά την οποία
το πρωτοδικείο εσφαλμένα ενέκρινε καταστατικό που περιλαμβάνει διατάξεις
αντικείμενες στο νόμο ή τη δημόσια τάξη, επειδή η διατήρηση ενός τέτοιου
σωματείου δεν είναι ανεκτή, μπορεί να διαταχθεί η διάλυσή του, με ανάλογη
εφαρμογή του αρ. 105 Α.Κ., χωρίς αυτή να προσκρούει στο δεδικασμένο από την
απόφαση περί αναγνωρίσεως.

Ειδικότερα στο άρθρο 11 1της ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται μεν η
ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι , προβλέπεται όμως πως η άσκηση
αυτών των δικαιωμάτων επιτρέπεται να υπαχθεί σε περιορισμούς προβλεπόμενους από
το νόμο και αποτελούντες αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για την
εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προστασία της τάξης και την πρόληψη
του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των
δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων".

Ο κ. Λινός κάνει αναφορά εκτεταμένη στην απόφαση του
εφετείου για την ίδρυση του σωματείου και υπογραμμίζει ότι "ο σκοπός είναι
παράνομος και αντίθετος προς την ελληνική δημόσια τάξη ενόψει της αντιθέσεως με
τις διεθνείς συμβάσεις, αφού επιχειρείται απροκάλυπτα να εμφανιστεί η ύπαρξη
στην Ελλάδα εθνικής τουρκικής μειονότητας, ενώ με τις συμβάσεις αυτές μόνο η
ύπαρξη θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας αναγνωρίζεται στην εν λόγω
περιοχή.

Η αναφορά στην τουρκική ταυτότητα δεν έχει την έννοια της
απώτερης τουρκικής καταγωγής αλλά της ενεστώσας ιδιότητας τους ως μελών
υφιστάμενης στην Ελλάδα τουρκικής μειονότητας, η οποία επιδιώκει την προώθηση
εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας πολιτειακών σκοπών ξένου κράτους και
συγκεκριμένα της Τουρκίας. Με την εμμονή του, δε, να έχει το επίθετο "τουρκική"
στην επωνυμία της Ένωσης, σε αντίθεση προς τις συνθήκες, όχι μόνο δεν συμβάλλει
στην ειρηνική συμβίωση των πολιτών της περιοχής, που είναι αναγκαία για το
γενικό καλό και των δύο ελληνικών κοινοτήτων, μουσουλμανικής και χριστιανικής,
αλλά εγείρει ανύπαρκτο μειονοτικό πρόβλημα "Τούρκων".